Διαζύγιο: Ποιος Φεύγει από το Σπίτι;
Όταν ένα ζευγάρι στην Αθήνα (και γενικά στην Ελλάδα) οδηγείται σε διάσταση ή διαζύγιο, προκύπτει συχνά το ερώτημα: ποιος θα μείνει στην οικογενειακή κατοικία; Η οικογενειακή στέγη – δηλαδή το ακίνητο που χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία της οικογένειας, ανεξάρτητα αν ανήκει στον έναν ή και στους δύο συζύγους ή ακόμα και σε τρίτο πρόσωπο – προστατεύεται νομικά. Το ζήτημα αυτό έχει τόσο πρακτική όσο και συναισθηματική σημασία, γι’ αυτό η ελληνική νομοθεσία προβλέπει συγκεκριμένες ρυθμίσεις, βασισμένες στον Αστικό Κώδικα και τη σχετική νομολογία, ώστε να αποφεύγονται άδικες ή βίαιες απομακρύνσεις συζύγων από το σπίτι. Παρακάτω εξετάζουμε με απλή γλώσσα αλλά απόλυτη νομική ακρίβεια τι ισχύει πριν και μετά το διαζύγιο, καθώς και σε ειδικές περιπτώσεις (όπως κοινή μίσθωση, αποκλειστική ιδιοκτησία, ανήλικα τέκνα, προσωρινά μέτρα).
Κατοικία κατά τη διάσταση (πριν από το διαζύγιο)
Στη φάση της διάστασης – δηλαδή όταν οι σύζυγοι έχουν πάψει να ζουν μαζί αλλά δεν έχει εκδοθεί ακόμη διαζύγιο – κανένας σύζυγος δεν υποχρεούται αυτομάτως να εγκαταλείψει το σπίτι. Η υποχρέωση για «μετοίκηση» (δηλ. να φύγει ο ένας από την κοινή κατοικία) δεν είναι αυτονόητη· προκύπτει μόνο αν οι δύο σύζυγοι το συμφωνήσουν ή αν υπάρξει σχετική δικαστική απόφαση. Εφόσον το ζευγάρι δεν μπορεί να συμφωνήσει, αρμόδιο να επιλύσει προσωρινά το ζήτημα είναι το κατά τόπον αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο (π.χ. το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), το οποίο μπορεί – βάσει του άρθρου 1393 ΑΚ – να παραχωρήσει την αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης στον έναν από τους συζύγους, ανεξάρτητα από το αν αυτός είναι ιδιοκτήτης ή μισθωτής του ακινήτου. Με άλλα λόγια, κατά τη διάρκεια της διάστασης το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, για λόγους επιείκειας, να επιτρέψει σε έναν σύζυγο να συνεχίσει να διαμένει στο οικογενειακό σπίτι αποκλειστικά, ακόμη κι αν τυπικά το σπίτι ανήκει ή νοικιάζεται από τον άλλον σύζυγο.
Νομική βάση: Το άρθρο 1393 του Αστικού Κώδικα ορίζει ότι «σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας… ενόψει των ειδικών συνθηκών κάθε συζύγου και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή μέρους του ακινήτου που χρησίμευε ως οικογενειακή στέγη, ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει το δικαίωμα χρήσης απέναντι στον κύριο». Με την διάσταση παύει η υποχρέωση για κοινή συμβίωση (άρθρο 1386 ΑΚ) και ανακύπτει η ανάγκη προστασίας του πιο αδύναμου ή εκείνου που έχει μεγαλύτερη ανάγκη να μείνει στο σπίτι. Η ρύθμιση του 1393 ΑΚ είναι προσωρινή λύση που παρεκκλίνει από τις γενικές διατάξεις περί ιδιοκτησίας και μισθώσεων, με γνώμονα την προστασία της οικογένειας και την αρχή της επιείκειας.
Κριτήρια που εξετάζει το δικαστήριο: Εάν το θέμα φτάσει στο δικαστήριο, δεν αποφασίζεται αυθαίρετα ποιος θα μείνει στο σπίτι. Το δικαστήριο σταθμίζει διάφορους παράγοντες για να αποφασίσει δίκαια, μεταξύ των οποίων:
- Την επιμέλεια ανηλίκων τέκνων: Προτιμάται γενικά να παραμείνει στο σπίτι ο σύζυγος που έχει την επιμέλεια των παιδιών, για να διασφαλιστεί η σταθερότητα στη ζωή των ανηλίκων.
- Τη δυνατότητα εναλλακτικής στέγασης: Εξετάζεται αν κάποιος σύζυγος έχει άλλη κατοικία ή οικογενειακή υποστήριξη διαθέσιμη, ενώ ο άλλος όχι.
- Την οικονομική κατάσταση των συζύγων: Λαμβάνεται υπόψη ποιος έχει τη δυνατότητα να ανταποκριθεί οικονομικά σε μια μετακόμιση ή ενοικίαση άλλης κατοικίας, καθώς και ο επαγγελματικός προγραμματισμός τους (π.χ. εργασία σε άλλη πόλη).
- Τυχόν περιστατικά βίας ή σοβαρών προστριβών: Αν υπάρχει ιστορικό ενδοοικογενειακής βίας ή επικίνδυνων συγκρούσεων, το δικαστήριο σίγουρα θα κρίνει ότι ο υπαίτιος πρέπει να απομακρυνθεί από την οικογενειακή εστία. Σημειωτέον ότι ελληνικά δικαστήρια έχουν διατάξει απομάκρυνση συζύγου ακόμη και χωρίς περιστατικά σωματικής βίας, εφόσον η συμπεριφορά του διατάρασσε σοβαρά την οικιακή ειρήνη.
Τα παραπάνω κριτήρια προκύπτουν τόσο από τη νομοθεσία όσο και από τη νομολογία: η γενική ρήτρα της επιείκειας επιβάλλει στο δικαστήριο να σταθμίσει τις ειδικές συνθήκες κάθε συζύγου και το συμφέρον τυχόν ανηλίκων τέκνων πριν αποφασίσει. Για παράδειγμα, εάν ένας σύζυγος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας ή είναι οικονομικά αδύναμος, τα δικαστήρια τείνουν να μην διατάσσουν την απομάκρυνσή του από το σπίτι, ακόμη κι αν υπό άλλες συνθήκες θα έφευγε. Αντίθετα, αν η παρουσία του ενός στο σπίτι καθιστά αφόρητη τη διαβίωση (π.χ. λόγω συνεχών καβγάδων ή ψυχολογικής πίεσης), τότε μπορεί να διαταχθεί η μετοίκηση αυτού του συζύγου για να προστατευθεί η οικογενειακή γαλήνη.
Σημαντικό: Η παραμονή ενός συζύγου στο σπίτι κατά τη διάσταση θεωρείται νόμιμη όσο υφίσταται ο γάμος. Ακόμα κι αν ο σύζυγος αυτός δεν είναι ιδιοκτήτης ή μισθωτής, δεν θεωρείται καταπατητής: η κατοίκηση βασίζεται στη συζυγική σχέση και (όταν υπάρχει) στη σχετική δικαστική απόφαση. Ο σύζυγος-ιδιοκτήτης δεν χάνει την κυριότητα του ακινήτου του, όμως προσωρινά δεν μπορεί να ασκήσει τη νομή (κατοχή) του, αφού αυτή ασκείται νόμιμα από τον άλλο σύζυγο που παραμένει στην οικογενειακή στέγη. Επίσης, δεν επιτρέπεται κανένας σύζυγος να διώξει μονομερώς τον άλλον από το σπίτι – κάτι τέτοιο θα ήταν παράνομο. Η απομάκρυνση χωρίς δικαστική απόφαση ή χωρίς τη συναίνεση του άλλου συζύγου δεν επιτρέπεται. Σε περίπτωση εγκατάλειψης της οικογενειακής εστίας χωρίς εύλογη αιτία, ο σύζυγος που έφυγε μπορεί μάλιστα να υποχρεωθεί να καταβάλει διατροφή στον άλλο, ως συνέπεια της παράβασης των συζυγικών του υποχρεώσεων (άρθρο 1391 ΑΚ).
Κατοικία μετά την έκδοση του διαζυγίου
Όλες οι παραπάνω ρυθμίσεις έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Η ειδική προστασία της οικογενειακής στέγης ισχύει μόνο μέχρι να λυθεί ο γάμος. Μόλις εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση διαζυγίου, παύει αυτοδικαίως οποιαδήποτε δικαστική παραχώρηση του σπιτιού που είχε δοθεί στον έναν σύζυγο λόγω διάστασης. Τότε επανέρχονται σε πλήρη ισχύ οι γενικοί κανόνες της ιδιοκτησίας και των συμβάσεων για το συγκεκριμένο ακίνητο. Συνοπτικά, μετά το διαζύγιο: ο σύζυγος που είναι ιδιοκτήτης ή μισθωτής του ακινήτου (δηλαδή έχει εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα πάνω σε αυτό) ανακτά όλα τα δικαιώματά του, ενώ ο άλλος σύζυγος χάνει κάθε δικαίωμα συνέχισης της διαμονής του εκεί.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι μια δικαστική απόφαση που, κατά τη διάρκεια της διάστασης, είχε δώσει το σπίτι στον μη δικαιούχο σύζυγο παύει να ισχύει μόλις εκδοθεί το διαζύγιο. Ο σύζυγος που ήταν αρχικά ο νόμιμος ιδιοκτήτης ή μισθωτής μπορεί πλέον να απαιτήσει την άμεση απόδοση του ακινήτου. Αν ο μέχρι πρότινος διαμένων σύζυγος αρνηθεί να το εγκαταλείψει, ο ιδιοκτήτης/μισθωτής μπορεί να καταφύγει εκ νέου στο δικαστήριο (με αγωγή απόδοσης χρήσης ή και με ασφαλιστικά μέτρα) για να ανακτήσει το σπίτι του.
Παράδειγμα: Αν σε διάσταση ο σύζυγος Α (ιδιοκτήτης του σπιτιού) αναγκάστηκε με δικαστική απόφαση να το παραχωρήσει προσωρινά στη σύζυγο Β για να μείνει με τα παιδιά, μετά το διαζύγιο ο Α αποκτά πάλι πλήρη δικαιώματα. Η Β δεν δικαιούται πλέον να παραμένει εκεί χωρίς την άδεια του Α. Σε περίπτωση που η Β δεν φύγει οικειοθελώς, ο Α μπορεί νόμιμα να ζητήσει την απομάκρυνσή της.
Φυσικά, πολλά ζευγάρια ρυθμίζουν αυτά τα ζητήματα φιλικά στο πλαίσιο του διαζυγίου (π.χ. μέσω ιδιωτικού συμφωνητικού). Για παράδειγμα, μπορεί να συμφωνήσουν ότι η μητέρα θα παραμείνει στο σπίτι με τα παιδιά για ένα μεταβατικό διάστημα μετά το διαζύγιο, ακόμα κι αν το σπίτι ανήκει στον πατέρα. Τέτοιες συμφωνίες είναι έγκυρες εφόσον δεν παραβιάζουν δικαιώματα τρίτων (π.χ. του ιδιοκτήτη αν είναι νοικιασμένο σπίτι). Ωστόσο, χωρίς συμφωνία, μετά το διαζύγιο υπερισχύει η νομική σχέση με το ακίνητο: όποιος είναι ο νόμιμος κύριος ή συμβατικός μισθωτής του σπιτιού έχει δικαίωμα να το χρησιμοποιεί αποκλειστικά και να απαιτήσει από οποιονδήποτε άλλο (συμπεριλαμβανομένου του/της πρώην συζύγου) να το εγκαταλείψει.
Ειδικότερα, η νομολογία έχει δεχθεί ότι μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου οι σχέσεις των πρώην συζύγων με το σπίτι διέπονται πλέον μόνο από το εμπράγματο ή ενοχικό δίκαιο που τις συνδέει. Αν το σπίτι ήταν οικογενειακή στέγη κατά τη διάρκεια του γάμου, αλλά ανήκει εξ ολοκλήρου στον έναν πρώην σύζυγο, τότε εκείνος έχει πλέον την πλήρη εξουσία: μπορεί να μένει εκεί ή και να απαγορεύσει την παραμονή του άλλου. Αν το σπίτι ήταν μισθωμένο (νοικιασμένο), ο πρώην σύζυγος που ήταν συμβαλλόμενος στη μίσθωση παραμένει ο μόνος μισθωτής μετά το διαζύγιο. Σε περίπτωση κοινής μίσθωσης (βλ. παρακάτω), και οι δύο πρώην σύζυγοι τυπικά παραμένουν συνμισθωτές απέναντι στον ιδιοκτήτη μέχρι να τροποποιηθεί η σύμβαση. Αν το σπίτι ήταν σε συγκυριότητα (ανήκε και στους δύο), εξακολουθούν να είναι συνιδιοκτήτες και μετά το διαζύγιο – η χρήση πλέον διέπεται από τους κανόνες της συγκυριότητας (και αν δεν μπορούν να συμφωνήσουν, μπορούν να ζητήσουν διανομή/πώληση του ακινήτου μέσω δικαστηρίου).
Κοινή μίσθωση της οικογενειακής κατοικίας
Μία ιδιαίτερη περίπτωση είναι όταν το σπίτι της οικογένειας είναι νοικιασμένο (μισθωμένο) και οι δύο σύζυγοι είναι συνμισθωτές στο συμβόλαιο. Δηλαδή, και οι δύο έχουν υπογράψει τη μίσθωση ως ενοικιαστές. Σε μια τέτοια περίπτωση, κατά τη διάρκεια του γάμου αμφότεροι έχουν ισότιμο δικαίωμα να διαμένουν εκεί. Τι γίνεται όμως στη διάσταση και μετά;
- Κατά τη διάσταση: Όπως και σε κάθε περίπτωση, το ποιος θα μείνει στο μίσθιο ρυθμίζεται είτε με συμφωνία είτε με δικαστική παρέμβαση. Το δικαστήριο μπορεί με απόφασή του να παραχωρήσει το σπίτι αποκλειστικά στον έναν σύζυγο, ακόμη κι αν το συμβόλαιο μίσθωσης ήταν και στα δύο ονόματα. Ο σύζυγος που θα υποχρεωθεί να φύγει δεν θεωρείται ότι “παραβαίνει” το μισθωτικό συμβόλαιο – πρόκειται για προσωρινή ρύθμιση δυνάμει δικαστικής απόφασης, που υπερισχύει οποιουδήποτε αντίθετου όρου της σύμβασης. Σημειώνεται ότι η αποχώρηση του ενός συζύγου από το μίσθιο δεν τον απαλλάσσει αυτομάτως από τις ευθύνες του απέναντι στον εκμισθωτή (ιδιοκτήτη): για όσο παραμένει συμβαλλόμενος στη μίσθωση, ευθύνεται π.χ. για πληρωμή του ενοικίου. Αν ο σύζυγος που έμεινε στο σπίτι δεν καταβάλλει το μίσθωμα, ο εκμισθωτής θα μπορούσε νομικά να στραφεί και κατά του άλλου συζύγου (εφόσον αυτός δεν έχει αποδεσμευτεί από τη σύμβαση). Στην πράξη, βέβαια, τα ζευγάρια συχνά φροντίζουν να ενημερώσουν τον ιδιοκτήτη για τον χωρισμό τους και να συμφωνήσουν ποιος θα συνεχίσει το μίσθωμα.
- Μετά το διαζύγιο: Εδώ τα πράγματα πρέπει να τακτοποιηθούν συμβατικά. Η ισχύουσα νομοθεσία δεν προβλέπει κάποια αυτόματη μεταβίβαση ή “σπάσιμο” της μίσθωσης σε περίπτωση διαζυγίου. Αυτό σημαίνει ότι, αν το συμβόλαιο ενοικίασης παραμένει και στα δύο ονόματα, και οι δύο πρώην σύζυγοι συνεχίζουν να θεωρούνται μισθωτές έναντι του εκμισθωτή μέχρι να γίνει κάποια αλλαγή. Συνήθως υπάρχουν δύο δρόμοι: (α) είτε συμφωνούν και με τον ιδιοκτήτη να τροποποιήσουν τη σύμβαση ώστε να μείνει μόνο ο ένας ως μισθωτής (π.χ. ο σύζυγος που πράγματι κατοικεί εκεί μετά το διαζύγιο), ή (β) να λύσουν τη μίσθωση πρόωρα εφόσον δεν επιθυμεί κανένας να συνεχίσει. Σε κάθε περίπτωση, χωρίς νέα συμφωνία, ο ιδιοκτήτης δικαιούται να θεωρεί και τους δύο υπεύθυνους για το μίσθωμα και την κατάσταση του ακινήτου. Από πλευράς των μεταξύ τους σχέσεων, μετά το διαζύγιο όποιος δεν κατοικεί πλέον στο σπίτι θα πρέπει να μεριμνήσει να απαλλαγεί από τη μίσθωση, διότι διαφορετικά βρίσκεται σε μια ιδιότυπη θέση: δεν έχει δικαίωμα χρήσης (αφού αποχώρησε), αλλά παραμένει με υποχρεώσεις έναντι του ιδιοκτήτη. Σημειωτέον ότι αν ο ένας πρώην σύζυγος επιχειρήσει, καταχρηστικά, να καταγγείλει τη μίσθωση σε συνεννόηση με τον εκμισθωτή μόνο και μόνο για να “διώξει” τον άλλο σύζυγο που μένει στο σπίτι, η καταγγελία αυτή μπορεί να θεωρηθεί άκυρη ή να οδηγήσει σε ευθύνη αποζημίωσης απέναντι στον θιγόμενο σύζυγο. Η νομολογία έχει αντιμετωπίσει τέτοιες περιπτώσεις, προστατεύοντας τον σύζυγο που είχε παραμείνει στο μίσθιο όταν ο άλλος προσπάθησε δολίως να λύσει τη μίσθωση σε βάρος του.
Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι κατά τη διάρκεια ισχύος μιας δικαστικής απόφασης 1393 ΑΚ (παραχώρηση οικογενειακής στέγης) δεν θεωρείται υπομίσθωση η παραμονή του δικαιούχου συζύγου στο μίσθιο ούτε παραβιάζει τη σύμβαση, ακόμα κι αν υπάρχει ρήτρα που απαγορεύει την παραχώρηση σε τρίτους – η παραχώρηση αυτή γίνεται δυνάμει νόμου και όχι συμβατικά. Ο αρχικός σύζυγος-μισθωτής παραμένει de jure μισθωτής έναντι του εκμισθωτή, ενώ ο άλλος σύζυγος έχει απλώς την κατοχή ως κάτοχος με δικαστική προστασία. Αν ο σύζυγος-μισθωτής δεν πληρώνει το νοίκι, ο σύζυγος-κάτοχος μπορεί να το πληρώσει απευθείας στον ιδιοκτήτη για να αποτρέψει έξωση και μετά να ζητήσει τα χρήματα από τον σύζυγο-μισθωτή (καταχρηστική τυχόν αντίρρηση του τελευταίου απορρίπτεται από τα δικαστήρια ως αντίθετη στον σκοπό του νόμου).
Κατοικία σε αποκλειστική κυριότητα του ενός συζύγου
Άλλη συνήθης περίπτωση είναι η οικογενειακή κατοικία να ανήκει ως ιδιοκτησία εξ ολοκλήρου στον έναν σύζυγο (π.χ. ήταν προγαμιαίο περιουσιακό του στοιχείο ή αποκτήθηκε στο όνομά του) – ή να είναι μισθωμένη μόνο από τον έναν σύζυγο. Τι συμβαίνει τότε με το «ποιος φεύγει»;
- Κατά τη διάσταση: Το ότι το σπίτι είναι “του ενός” δεν σημαίνει ότι ο άλλος πρέπει να φύγει άμεσα χωρίς αντίλογο. Και εδώ ισχύει η ρύθμιση του άρθρου 1393 ΑΚ – το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν οι συνθήκες (π.χ. υπάρχουν μικρά παιδιά, ο μη ιδιοκτήτης δεν έχει πού να πάει, υπάρχει βίαιη συμπεριφορά του ιδιοκτήτη κ.λπ.), να διατάξει ότι ο μη ιδιοκτήτης σύζυγος θα παραμείνει προσωρινά στην οικογενειακή στέγη, παρά το ότι δεν του ανήκει το σπίτι. Μια τέτοια απόφαση δεν μεταβιβάζει την κυριότητα ή το μισθωτικό δικαίωμα – απλώς δίνει κατοχή και χρήση στον δικαιούχο σύζυγο για συγκεκριμένο χρόνο. Ο ιδιοκτήτης σύζυγος, αντίστοιχα, υποχρεούται να μετοικήσει (να αποχωρήσει), εκτός αν το δικαστήριο ορίσει κάποια λύση συγκατοίκησης σε διαφορετικούς χώρους του ίδιου σπιτιού (πράγμα σπάνιο στην πράξη). Σημειωτέον ότι η απομάκρυνση ιδιοκτήτη από το ίδιο του το σπίτι δεν θεωρείται αντισυνταγματική ή κάτι τέτοιο, διότι προβλέπεται ρητά από το νόμο για λόγους προστασίας της οικογένειας και είναι προσωρινή.
- Μετά το διαζύγιο: Όπως ήδη αναλύθηκε, με τη λύση του γάμου ο ιδιοκτήτης (ή μισθωτής) ξαναπαίρνει το πάνω χέρι. Τυχόν δικαστική παραχώρηση της κατοικίας παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Ο μέχρι πρότινος φιλοξενούμενος σύζυγος (έστω κι αν φιλοξενήθηκε βάσει δικαστικής απόφασης) πρέπει να αποδώσει το ακίνητο. Αν δεν το κάνει, ο ιδιοκτήτης έχει όλες τις έννομες οδούς για να το ανακτήσει (βλ. προηγούμενη ενότητα – αγωγή εξώσεως ή ασφαλιστικά μέτρα). Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι το διαζύγιο δεν δίνει κανένα δικαίωμα στον μη ιδιοκτήτη να παραμείνει διαρκώς σε ένα σπίτι που δεν του ανήκει. Ορισμένοι πιστεύουν λανθασμένα ότι “επειδή έμεινα X χρόνια εκεί, το δικαιούμαι”. Στην πραγματικότητα, το μόνο δικαίωμα που μπορεί να έχει ο μη ιδιοκτήτης είναι οικονομικής φύσεως: αν κατά τη διάρκεια του γάμου συνέβαλε στην απόκτηση ή την αύξηση της αξίας του ακινήτου, μπορεί μετά το διαζύγιο να αξιώσει χρηματική αποζημίωση (αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, άρθρο 1400 ΑΚ). Όχι όμως τη συνέχιση της διαμονής. Η νομή και κατοχή του σπιτιού επιστρέφει αποκλειστικά στον ιδιοκτήτη σύζυγο.
Εν κατακλείδι, εάν το σπίτι ήταν 100% ενός εκ των συζύγων, μετά το διαζύγιο ο άλλος θα πρέπει να μεριμνήσει για ανεύρεση νέας στέγης. Συχνά το ζήτημα αυτό συνδέεται και με την υποχρέωση διατροφής: ο οικονομικά ασθενέστερος σύζυγος (ιδίως αν έχει την επιμέλεια παιδιών) μπορεί να λάβει διατροφή μετά το διαζύγιο, από την οποία να καλύψει και τα έξοδα στέγασης σε νέο σπίτι. Αυτό, όμως, είναι ανεξάρτητο ζήτημα – δεν του δίνει δικαίωμα να μείνει στο σπίτι του άλλου.
Παρουσία ανήλικων τέκνων – η επίδραση της επιμέλειας
Η ύπαρξη ανήλικων παιδιών είναι ένας από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες στη ρύθμιση της οικογενειακής στέγης. Το συμφέρον των τέκνων αποτελεί πρώτη προτεραιότητα για το δικαστήριο (αλλά και για τους ίδιους τους γονείς). Ειδικότερα, αν υπάρχουν παιδιά που ζουν στο οικογενειακό σπίτι, το ζητούμενο είναι να διαταραχθεί όσο το δυνατόν λιγότερο η ζωή τους με τον χωρισμό των γονέων.
Κατά τη διάσταση, όπως προαναφέρθηκε, το δικαστήριο συνήθως θα επιλέξει να παραμείνει στην οικογενειακή κατοικία ο γονέας που θα έχει την επιμέλεια των παιδιών. Η ελληνική νομολογία έχει σταθερά κρίνει ότι «σε περιπτώσεις ύπαρξης ανήλικων παιδιών, προτιμάται η παραμονή του συζύγου που έχει την επιμέλειά τους». Ο λόγος είναι προφανής: για να μη χρειαστεί τα παιδιά να αλλάξουν περιβάλλον, συνήθειες, σχολείο κ.λπ. εν μέσω μιας ήδη δύσκολης κατάστασης. Αν, μάλιστα, ο ένας γονέας κριθεί ακατάλληλος ή επικίνδυνος για τα παιδιά (π.χ. περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας), τότε η απομάκρυνσή του από το σπίτι είναι ακόμη πιο επιβεβλημένη – ενίοτε γίνεται άμεσα με προσωρινή διαταγή (βλ. επόμενη ενότητα).
Η παρουσία ανήλικων παιδιών επηρεάζει καθοριστικά τη χρήση της οικογενειακής κατοικίας: το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη πρωτίστως το συμφέρον τους και συχνά επιτρέπει στον γονέα που έχει την επιμέλεια να παραμείνει στο σπίτι κατά τη διάρκεια της διάστασης.
Μετά το διαζύγιο, το ποιος έχει την επιμέλεια των παιδιών δεν μεταβάλλει νομικά τα δικαιώματα ιδιοκτησίας ή μίσθωσης του σπιτιού, αλλά στην πράξη μπορεί να επηρεάσει τις διευθετήσεις. Για παράδειγμα, αν η οικογενειακή στέγη ανήκει στον πατέρα αλλά την επιμέλεια έχει η μητέρα, οι δύο πλευρές ενδέχεται – για χάρη των παιδιών – να συμφωνήσουν η μητέρα και τα παιδιά να παραμείνουν στο σπίτι για κάποιο χρονικό διάστημα μετά το διαζύγιο. Τέτοιες ρυθμίσεις είναι όμως προϊόν συνεννόησης (ή δικαστικής απόφασης στο πλαίσιο ασφαλιστικών μέτρων πριν ολοκληρωθεί το διαζύγιο). Από τη στιγμή που θα λυθεί ο γάμος, ο νόμος δεν παρέχει ειδικό δικαίωμα στον έχοντα την επιμέλεια να κρατήσει το σπίτι του άλλου. Εάν δεν υπάρξει εθελοντική συμφωνία, ισχύουν όσα περιγράφηκαν παραπάνω: ο νόμιμος κύριος/μισθωτής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την απόδοση του σπιτιού του, ανεξαρτήτως των παιδιών. Σε μια τέτοια περίπτωση, το συμφέρον των τέκνων λαμβάνεται υπόψη έμμεσα μέσω άλλων θεσμών – π.χ. αυξημένη διατροφή ώστε να μπορέσει ο γονέας που έχει τα παιδιά να καλύψει ένα νέο σπίτι, κλπ.
Συνοψίζοντας, κατά τη διάσταση το πού θα μείνουν τα παιδιά είναι κρίσιμο για το ποιος μένει στο σπίτι. Μετά το διαζύγιο, το θέμα της επιμέλειας εξακολουθεί να είναι μεν πολύ σημαντικό, αλλά μετατοπίζεται από το “χρήση στέγης” στο “οικονομική στήριξη”: δηλαδή, ο μη έχων την επιμέλεια συνήθως υποχρεούται να πληρώνει επαρκή διατροφή ώστε ο άλλος γονέας να στεγάσει τα παιδιά σε κατάλληλο περιβάλλον.
Προσωρινές διαταγές και ασφαλιστικά μέτρα για την οικογενειακή στέγη
Η διαδικασία επίλυσης του ζητήματος της κατοικίας μπορεί να διαρκέσει, ειδικά αν απαιτηθεί κύρια αγωγή. Για το λόγο αυτό, η νομοθεσία παρέχει εργαλεία άμεσης και προσωρινής προστασίας. Συγκεκριμένα:
- Ασφαλιστικά μέτρα: Σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το δικαστήριο μπορεί σε επείγουσες περιπτώσεις να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο για τη ρύθμιση των σχέσεων των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου.. Στο πλαίσιο αυτό, ιδίως, μπορεί να διατάξει τη μετοίκηση ενός συζύγου (δηλαδή να φύγει από το σπίτι) και να καθορίσει ποιος θα χρησιμοποιεί την οικογενειακή κατοικία μέχρι να λυθεί οριστικά η διαφορά. Τα ασφαλιστικά μέτρα είναι μια προσωρινή δικαστική διαδικασία ταχείας εξέτασης: στην Αθήνα συνήθως εκδικάζεται μέσα σε 1-2 μήνες από την κατάθεση της αίτησης και η απόφαση βγαίνει σύντομα. Έχουν δε ισχύ μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης στη κύρια δίκη (π.χ. τη δίκη του διαζυγίου ή της αγωγής παραχώρησης χρήσης).
- Προσωρινή διαταγή: Επειδή ακόμα και 1-2 μήνες μπορεί να είναι μεγάλο διάστημα όταν υπάρχει οξύτατη σύγκρουση, προβλέπεται και η δυνατότητα προσωρινής διαταγής από το δικαστήριο. Αυτό σημαίνει ότι μέσα σε λίγες μέρες (ή και αυθημερόν σε εξαιρετικές περιπτώσεις) ο δικαστής μπορεί να εκδώσει μια προσωρινή εντολή που ρυθμίζει άμεσα την κατάσταση μέχρι την εκδίκαση των ασφαλιστικών μέτρων. Για παράδειγμα, σε περίπτωση σοβαρού καβγά ή βίας, μπορεί να δοθεί προσωρινή διαταγή που να υποχρεώνει τον έναν σύζυγο να εγκαταλείψει αμέσως το σπίτι και να μην πλησιάζει μέχρι την οριστική συζήτηση των ασφαλιστικών. Η προσωρινή διαταγή εξασφαλίζει ότι θα υπάρχει status quo ηρεμίας το κρίσιμο διάστημα.
Διαδικασία & δικαιώματα: Αν ένας σύζυγος θεωρεί ότι συντρέχουν λόγοι να απομακρυνθεί ο άλλος από την κατοικία, θα πρέπει να κινηθεί νομικά. Τα βήματα περιλαμβάνουν τη συγκέντρωση αποδείξεων (π.χ. μαρτυρίες, μηνύματα, αστυνομικές αναφορές αν υπάρχουν) και την κατάθεση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων στο αρμόδιο δικαστήριο. Όπως ήδη αναφέρθηκε, κανείς δεν μπορεί να εκδιώξει τον άλλον χωρίς δικαστική απόφαση ή χωρίς συναίνεση. Εάν κάποιος επιχειρήσει να αλλάξει κλειδαριές ή να διώξει τον σύζυγο διά της βίας, κινδυνεύει με νομικές συνέπειες. Αντίθετα, ακολουθώντας τη νόμιμη οδό, μπορεί να πετύχει την απομάκρυνση του άλλου με τρόπο θεσμικά κατοχυρωμένο. Σημειώνεται ότι η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων οικογενειακής στέγης εκδικάζεται σύμφωνα με την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών (πιο ευέλικτη και γρήγορη από μια κανονική πολιτική δίκη).
Διάρκεια και αποτέλεσμα: Όπως προαναφέρθηκε, η προσωρινή διαταγή δίνει άμεση λύση για λίγες εβδομάδες, και τα ασφαλιστικά μέτρα δίνουν μια ενδιάμεση λύση για μερικούς μήνες ή χρόνια (ανάλογα πόσο αργεί το κύριο δικαστήριο). Αυτές οι αποφάσεις δεν δημιουργούν μόνιμο δεδικασμένο – μπορούν να αναθεωρηθούν αν αλλάξουν οι περιστάσεις, και παύουν αυτοδίκαια με το διαζύγιο. Η δε τελική λύση θα έρθει είτε με συμφωνία είτε με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου στο διαζύγιο ή σε ξεχωριστή αγωγή για την οικογενειακή στέγη.
Συμπέρασμα
Σε ένα διαζύγιο, το «ποιος φεύγει από το σπίτι» είναι ένα ζήτημα που αντιμετωπίζεται με συνδυασμό νομικών κανόνων και κοινής λογικής. Η ελληνική νομοθεσία – εφαρμοζόμενη από τα δικαστήρια της Αθήνας και όλης της χώρας – παρέχει μια δίκαιη ισορροπία: προστατεύει τον οικονομικά ή κοινωνικά ασθενέστερο σύζυγο κατά τη διάρκεια της διάστασης, λαμβάνοντας υπόψη κυρίως το συμφέρον των παιδιών και τις ειδικές συνθήκες κάθε πλευράς. Παράλληλα, διασφαλίζει ότι μακροπρόθεσμα (μετά το διαζύγιο) τα δικαιώματα ιδιοκτησίας και συμβάσεων δεν καταργούνται, αλλά μπορούν να περιοριστούν προσωρινά μόνο όσο διαρκεί ο γάμος. Με απλά λόγια: πριν το διαζύγιο κανείς δεν φεύγει χωρίς λόγο – αν χρειαστεί, αποφασίζει το δικαστήριο ποιος μένει για λίγο – ενώ μετά το διαζύγιο ο καθένας τραβά τον δρόμο του και το σπίτι επιστρέφει σε εκείνον που έχει τον νόμιμο τίτλο.
Τέλος, κάθε περίπτωση έχει τις ιδιαιτερότητές της. Οι παραπάνω αρχές εφαρμόζονται με ευελιξία, ώστε να υπηρετείται η δικαιοσύνη σε πραγματικές συνθήκες. Είναι λοιπόν σημαντικό όποιος αντιμετωπίζει ένα τέτοιο πρόβλημα να συμβουλεύεται έναν δικηγόρο με εμπειρία στο οικογενειακό δίκαιο. Η γνώση του νόμου (Αστικός Κώδικας, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας) και της σχετικής νομολογίας διασφαλίζει ότι θα βρεθεί η βέλτιστη λύση – προστατεύοντας τόσο τα δικαιώματα των συζύγων όσο και την ευημερία των παιδιών και της οικογένειας συνολικά.
FAQ – Διαζύγιο & οικογενειακή κατοικία
«Ποιος φεύγει από το σπίτι;»
- Με το που χωρίσουμε, πρέπει “κάποιος” να φύγει από το σπίτι;
Όχι αυτομάτως.
Κατά τη φάση της διάστασης κανένας σύζυγος δεν υποχρεούται να φύγει μόνο και μόνο επειδή σταμάτησε η συμβίωση. Αποχώρηση υπάρχει μόνο:
- αν συμφωνήσουν οι σύζυγοι, ή
- αν υπάρξει δικαστική απόφαση που παραχωρεί την αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης στον έναν (άρθρο 1393 ΑΚ).
- Μπορεί ο ένας σύζυγος να διώξει μόνος του τον άλλον από το σπίτι;
Όχι.
Κανένας σύζυγος δεν μπορεί να διώξει μονομερώς τον άλλον, ούτε να τον “πετάξει έξω”, ούτε να αλλάξει κλειδαριές με δική του πρωτοβουλία.
- Απομάκρυνση χωρίς συναίνεση ή δικαστική απόφαση δεν επιτρέπεται.
- Αν το επιχειρήσει, κινδυνεύει με νομικές συνέπειες.
- Αν μένω στο σπίτι αλλά δεν είμαι ιδιοκτήτης ή μισθωτής, είμαι “καταπατητής”;
Όχι, εφόσον ο γάμος υπάρχει ακόμη.
Η παραμονή του συζύγου στην οικογενειακή στέγη όσο υπάρχει γάμος:
- βασίζεται στη συζυγική σχέση και
- (όταν υπάρχει) στη σχετική δικαστική απόφαση (άρθρο 1393 ΑΚ),
άρα δεν θεωρείται παράνομη καταπάτηση.
Ο σύζυγος–ιδιοκτήτης δεν χάνει την κυριότητα, αλλά προσωρινά δεν ασκεί τη νομή/κατοχή, η οποία ασκείται νόμιμα από τον άλλο σύζυγο.
- Πώς αποφασίζει το δικαστήριο ποιος θα μείνει στην οικογενειακή κατοικία κατά τη διάσταση;
Το δικαστήριο εφαρμόζει το άρθρο 1393 ΑΚ και σταθμίζει συνολικά τις ειδικές συνθήκες κάθε συζύγου και το συμφέρον των τέκνων. Ενδεικτικά κριτήρια:
- Επιμέλεια ανηλίκων τέκνων: συνήθως παραμένει στο σπίτι ο γονέας που έχει την επιμέλεια.
- Δυνατότητα εναλλακτικής στέγασης: αν κάποιος έχει άλλη κατοικία/στήριξη και ο άλλος όχι.
- Οικονομική κατάσταση: ποιος μπορεί ευκολότερα να μετακομίσει ή να νοικιάσει άλλο σπίτι.
- Περιστατικά βίας ή σοβαρών προστριβών: σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας ή αφόρητης συμβίωσης, μπορεί να διαταχθεί η απομάκρυνση του υπαίτιου συζύγου.
- Ειδικές προσωπικές συνθήκες: π.χ. σοβαρά προβλήματα υγείας ή ιδιαίτερη ευαλωτότητα.
Η λύση είναι προσωρινή και λειτουργεί κατ’ εξαίρεση των κανόνων της ιδιοκτησίας, για λόγους προστασίας της οικογένειας και επιείκειας.
- Τι αλλάζει μόλις εκδοθεί το διαζύγιο ως προς το σπίτι;
Με την αμετάκλητη λύση του γάμου:
- Παύει αυτοδικαίως κάθε δικαστική παραχώρηση της οικογενειακής στέγης που είχε δοθεί λόγω διάστασης (άρθρο 1393 ΑΚ).
- Επανέρχονται πλήρως οι γενικοί κανόνες ιδιοκτησίας και μισθώσεων.
Πρακτικά:
- Ο σύζυγος που είναι κύριος ή μισθωτής του ακινήτου ανακτά πλήρως τα δικαιώματά του.
- Ο άλλος παύει να έχει δικαίωμα να συνεχίσει να μένει εκεί, εκτός αν υπάρχει συμφωνία μεταξύ τους.
- Αν δεν φύγει οικειοθελώς, ο ιδιοκτήτης/μισθωτής μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο (π.χ. αγωγή απόδοσης χρήσης, ασφαλιστικά μέτρα).
- Αν το σπίτι είναι αποκλειστικά στο όνομα του ενός συζύγου, μπορεί το δικαστήριο να τον/την “βγάλει” στη διάσταση;
Ναι, προσωρινά.
- Το άρθρο 1393 ΑΚ επιτρέπει στο δικαστήριο, για λόγους επιείκειας, να παραχωρήσει την αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης στον μη ιδιοκτήτη σύζυγο.
- Ο ιδιοκτήτης σύζυγος μπορεί να υποχρεωθεί να μετοικήσει, παρότι το σπίτι είναι δικό του ή η μίσθωση είναι στο όνομά του.
- Η ρύθμιση είναι προσωρινή, δεν μεταβιβάζει κυριότητα ή μισθωτικό δικαίωμα και θεωρείται σύννομη, γιατί στηρίζεται στην προστασία της οικογένειας.
Μετά το διαζύγιο, η παραχώρηση αυτή παύει αυτοδικαίως, και η νομή/χρήση επιστρέφει στον ιδιοκτήτη ή μισθωτή.
- Αν έμενα χρόνια στο σπίτι του/της συζύγου μου, αποκτώ δικαίωμα να μείνω εκεί μετά το διαζύγιο;
Όχι δικαίωμα διαμονής, μόνο ενδεχομένως οικονομική αξίωση.
Η παραμονή για πολλά χρόνια:
- δεν δημιουργεί από μόνη της δικαίωμα να συνεχίσει ο μη ιδιοκτήτης να μένει στο σπίτι μετά το διαζύγιο,
- μπορεί όμως να θεμελιώσει αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα (άρθρο 1400 ΑΚ), αν αποδειχθεί ότι συνέβαλε στην απόκτηση ή αύξηση της αξίας του ακινήτου.
Αυτή η αξίωση είναι χρηματική (αποζημίωση), όχι δικαίωμα παραμονής στο ακίνητο.
- Πώς επηρεάζουν τα ανήλικα παιδιά το ποιος μένει στο σπίτι;
Κατά τη διάσταση:
- το δικαστήριο, στην πράξη, προτιμά να παραμείνει στην οικογενειακή στέγη ο γονέας που έχει την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων,
- για να μην ανατραπεί απότομα η καθημερινότητά τους (σχολείο, περιβάλλον, συνήθειες).
Μετά το διαζύγιο:
- η επιμέλεια δεν αλλάζει από μόνη της τα δικαιώματα ιδιοκτησίας ή μίσθωσης,
- οι γονείς μπορούν να συμφωνήσουν ότι ο γονέας με την επιμέλεια θα μείνει για ένα διάστημα στο σπίτι,
- αν δεν υπάρξει συμφωνία, υπερισχύει η νομική σχέση με το ακίνητο: ο κύριος ή μισθωτής μπορεί να ζητήσει την απόδοση του σπιτιού,
- η ανάγκη στέγασης των παιδιών λαμβάνεται υπόψη κυρίως μέσω της διατροφής (π.χ. υψηλότερη διατροφή ώστε να εξοφλούνται έξοδα νέας κατοικίας).
- Έχουμε νοικιάσει μαζί το σπίτι (κοινή μίσθωση). Τι γίνεται αν χωρίσουμε;
Κατά τη διάσταση:
- Το ποιος θα μείνει στο μίσθιο ρυθμίζεται με συμφωνία ή με δικαστική απόφαση (άρθρο 1393 ΑΚ).
- Το δικαστήριο μπορεί να παραχωρήσει τη χρήση μόνο στον έναν, παρότι το συμβόλαιο είναι και στα δύο ονόματα.
- Ο σύζυγος που φεύγει δεν απαλλάσσεται αυτομάτως από τις υποχρεώσεις απέναντι στον εκμισθωτή για όσο παραμένει συνμισθωτής.
Μετά το διαζύγιο:
- δεν υπάρχει αυτόματη “λύση” ή μεταβίβαση της μίσθωσης λόγω διαζυγίου,
- αν το συμβόλαιο παραμένει και στα δύο ονόματα, και οι δύο συνεχίζουν να θεωρούνται μισθωτές έναντι του ιδιοκτήτη,
- για να αλλάξει αυτό, χρειάζεται συμφωνία (π.χ. τροποποίηση σύμβασης ώστε να παραμείνει ένας μισθωτής ή πρόωρη λύση της μίσθωσης).
- Αν φύγω από το νοικιασμένο σπίτι, εξακολουθώ να ευθύνομαι για τα ενοίκια;
Ναι, εφόσον παραμένεις συμβαλλόμενος στη μίσθωση.
- Η φυσική αποχώρηση από το μίσθιο δεν σε απαλλάσσει αυτομάτως από τις μισθωτικές υποχρεώσεις,
- ο εκμισθωτής μπορεί να στραφεί και κατά σου για ανεξόφλητα μισθώματα, όσο το όνομά σου εξακολουθεί να αναγράφεται στο συμβόλαιο.
Γι’ αυτό, μετά το διαζύγιο, ο σύζυγος που δεν κατοικεί πλέον στο σπίτι πρέπει να μεριμνήσει για την απαλλαγή του από τη μίσθωση (τροποποίηση σύμβασης ή λύση).
- Μπορεί ο άλλος σύζυγος, σε συνεννόηση με τον ιδιοκτήτη, να καταγγείλει τη μίσθωση για να με “εκδικηθεί”;
Αν η καταγγελία γίνεται καταχρηστικά, μόνο και μόνο για να “διώξει” τον σύζυγο που μένει στο σπίτι, μπορεί:
- να θεωρηθεί νομικά καταχρηστική και
- να θεμελιώσει ευθύνη αποζημίωσης προς τον θιγόμενο σύζυγο.
Η νομολογία έχει προστατεύσει συζύγους σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν ο άλλος προσπάθησε δολίως να λύσει τη μίσθωση σε βάρος του.
- Η παραμονή μου στο μίσθιο με απόφαση 1393 ΑΚ θεωρείται υπομίσθωση ή παράβαση της σύμβασης;
Όχι.
- Όταν το δικαστήριο παραχωρεί την οικογενειακή στέγη στον έναν σύζυγο βάσει 1393 ΑΚ,
- η παραμονή του δεν θεωρείται υπομίσθωση, ούτε παραβίαση ρήτρας που απαγορεύει παραχώρηση σε τρίτους,
- γιατί η παραχώρηση γίνεται δυνάμει νόμου και όχι με ιδιωτική συμφωνία.
Ο αρχικός μισθωτής παραμένει μισθωτής απέναντι στον εκμισθωτή, ενώ ο άλλος σύζυγος έχει την κατοχή με δικαστική προστασία. Αν ο μισθωτής δεν πληρώνει το νοίκι, ο σύζυγος που κατοικεί μπορεί να το πληρώσει ο ίδιος για να αποτρέψει έξωση και μετά να ζητήσει τα χρήματα από τον σύζυγο–μισθωτή.
- Πώς μπορώ να ζητήσω να φύγει άμεσα ο άλλος σύζυγος από το σπίτι σε περίπτωση έντονης σύγκρουσης ή βίας;
Η απομάκρυνση γίνεται μόνο με δικαστική διαδικασία, όχι αυτοβούλως. Τα βασικά εργαλεία είναι:
- Ασφαλιστικά μέτρα:
Το δικαστήριο μπορεί, σε επείγουσες περιπτώσεις, να ρυθμίσει προσωρινά τη χρήση της οικογενειακής στέγης (π.χ. να διατάξει μετοίκηση του ενός συζύγου). - Προσωρινή διαταγή:
Σε πολύ επείγουσες περιπτώσεις (π.χ. βία, σοβαρές συγκρούσεις), μπορεί να εκδοθεί μέσα σε λίγες μέρες ή και αυθημερόν εντολή που ρυθμίζει άμεσα ποιος μένει στο σπίτι μέχρι τη συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων.
Απαιτείται:
- κατάθεση αίτησης στο αρμόδιο δικαστήριο,
- συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων (μάρτυρες, έγγραφα, τυχόν αστυνομικές αναφορές κ.λπ.).
- Για πόσο ισχύουν τα ασφαλιστικά μέτρα και οι προσωρινές ρυθμίσεις για την οικογενειακή στέγη;
- Η προσωρινή διαταγή ισχύει για ένα πολύ σύντομο διάστημα, μέχρι τη συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων.
- Τα ασφαλιστικά μέτρα ισχύουν μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης στην κύρια δίκη (π.χ. διαζύγιο ή αγωγή για την οικογενειακή στέγη).
- Αυτές οι αποφάσεις είναι προσωρινές:
- μπορούν να αναθεωρηθούν αν αλλάξουν οι περιστάσεις,
- παύουν αυτοδικαίως με τη λύση του γάμου (έκδοση διαζυγίου).
Το παρόν άρθρο έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν συνιστά νομική συμβουλή. Κάθε υπόθεση απαιτεί εξατομικευμένη αξιολόγηση, με βάση τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και το ισχύον νομικό πλαίσιο. Για εξειδικευμένη συμβουλή, παρακαλούμε επικοινωνήστε με το γραφείο μας.



No comment