Πώς Μπορεί να Λυθεί το Σύμφωνο Συμβίωσης;

 

Η λύση του συμφώνου συμβίωσης προβλέπεται από τον Νόμο 4356/2015 και γίνεται με διαδικασίες πιο ευέλικτες σε σχέση με τον γάμο. Αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό θέμα στο πλαίσιο των σύγχρονων μορφών οικογενειακής συμβίωσης και απασχολεί όλο και περισσότερα ζευγάρια που επιλέγουν το σύμφωνο ως εναλλακτική του γάμου. Η ελληνική νομοθεσία αναγνωρίζει τέσσερις διαφορετικές νομικές οδούς για τη λύση του συμφώνου:

 

  • Λύση Συμφώνου Συμβίωσης με Κοινή Συμφωνία Η πιο απλή και άμεση διαδικασία λύσης είναι αυτή της κοινής συμφωνίας. Οι δύο συμβιούντες μπορούν οποιαδήποτε στιγμή να συμφωνήσουν από κοινού να τερματίσουν το σύμφωνο. Για τον σκοπό αυτό απαιτείται η φυσική παρουσία και των δύο ενώπιον συμβολαιογράφου, όπου υπογράφεται συμβολαιογραφική πράξη λύσης. Η πράξη αυτή πρέπει να κατατεθεί στο ληξιαρχείο όπου είχε αρχικά καταχωριστεί το σύμφωνο, ώστε να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της λύσης και να ενημερωθούν επίσημα τα μητρώα.

 

  • Μονομερής Λύση Συμφώνου Συμβίωσης Αν ένα από τα δύο μέρη επιθυμεί να διακόψει το σύμφωνο χωρίς τη συναίνεση του άλλου, έχει το δικαίωμα να το πράξει μονομερώς. Πρώτα επιδίδεται, μέσω δικαστικού επιμελητή, επίσημη πρόσκληση για συναινετική λύση. Εφόσον παρέλθουν τρεις (3) μήνες από την επίδοση χωρίς ανταπόκριση ή συμφωνία, το ενδιαφερόμενο μέρος μπορεί να προσέλθει σε συμβολαιογράφο για τη σύνταξη μονομερούς πράξης λύσης, συνοδευόμενη από το αποδεικτικό επίδοσης. Η πράξη αυτή καταχωρίζεται στο ληξιαρχείο, και από τη στιγμή της καταχώρισης θεωρείται ότι το σύμφωνο έχει λυθεί μονομερώς. Η πρόβλεψη αυτή εισάγει μια περίοδο «προειδοποίησης», ενισχύοντας την ασφάλεια δικαίου στη διαδικασία.

 

  • Αυτοδίκαιη Λύση λόγω Γάμου Αν οι ίδιοι συμβαλλόμενοι τελέσουν γάμο μεταξύ τους (είτε πολιτικό είτε θρησκευτικό), το σύμφωνο συμβίωσης λύεται αυτοδίκαια, χωρίς να απαιτείται κάποια άλλη ενέργεια. Η λύση ισχύει από την ημερομηνία τέλεσης του γάμου, και δεν επιτρέπεται να συνυπάρχουν νομικά ενεργό σύμφωνο και γάμος ανάμεσα στα ίδια πρόσωπα. Επιπλέον, εάν ένας από τους δύο πρόκειται να τελέσει γάμο με τρίτο πρόσωπο, απαιτείται προηγουμένως να έχει λυθεί το σύμφωνο, καθώς δεν είναι δυνατή η ταυτόχρονη ύπαρξη δύο νομικά έγκυρων μορφών οικογενειακής συμβίωσης.

 

  • Λύση Συμφώνου Συμβίωσης λόγω Θανάτου Η τελευταία περίπτωση λύσης του συμφώνου επέρχεται αυτοδίκαια με τον θάνατο ενός εκ των δύο μερών. Ο θάνατος ενός συμβιούντος επιφέρει άμεση και οριστική παύση της ισχύος του συμφώνου, κατά τρόπο ανάλογο με τον θάνατο συζύγου σε γάμο. Δεν απαιτείται καμία περαιτέρω ενέργεια για την απόσβεση των εννόμων συνεπειών του συμφώνου, πέραν της ενημέρωσης του αρμόδιου ληξιαρχείου.

 

Η επισήμανση των τρόπων λύσης του συμφώνου είναι ουσιώδης για κάθε ενδιαφερόμενο μέρος, καθώς η καταχώριση της λύσης στο ληξιαρχείο αποτελεί το σημείο αφετηρίας για κάθε ενδεχόμενη μεταγενέστερη νομική ή περιουσιακή αξίωση, όπως συμμετοχή στα αποκτήματα ή διατροφή. Η σωστή τήρηση των διαδικασιών εξασφαλίζει διαφάνεια, ασφάλεια δικαίου και αποφυγή μελλοντικών συγκρούσεων.

 

Συνέπειες Λύσης Συμφώνου Συμβίωσης: Νομικές και Περιουσιακές Προεκτάσεις

 

Μετά τη λύση του συμφώνου συμβίωσης, καταργούνται αυτόματα όλες οι αμοιβαίες υποχρεώσεις που είχαν αναληφθεί στο πλαίσιο του συμφώνου. Οι πρώην σύντροφοι δεν έχουν πλέον καμία εκ του νόμου υποχρέωση να συνδράμουν ο ένας τον άλλον, είτε οικονομικά είτε σε επίπεδο κοινής διαβίωσης. Παρόλα αυτά, η ελληνική νομοθεσία έχει προβλέψει συγκεκριμένες εξαιρέσεις για την προστασία των ευάλωτων προσώπων και για τη διασφάλιση της ομαλής συνέχισης οικογενειακών και περιουσιακών υποχρεώσεων, ακόμη και μετά τη λήξη της συμβίωσης. Αυτές οι προβλέψεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για την αποτροπή καταστάσεων κοινωνικής ή οικονομικής αδικίας:

 

  • Διατροφή πρώην συντρόφου: Όπως προβλέπεται στον Ν. 4356/2015, και σε αναλογία με τις διατάξεις που ισχύουν για τους διαζευγμένους συζύγους, αν ένας πρώην συμβιών δεν μπορεί να αυτοσυντηρηθεί λόγω π.χ. ηλικίας, σοβαρών προβλημάτων υγείας ή της ανάγκης φροντίδας ανηλίκου, μπορεί να δικαιούται διατροφή. Η αξίωση αυτή εξαρτάται από συγκεκριμένες προϋποθέσεις και μπορεί να αναζητηθεί ενώπιον των δικαστηρίων αν δεν υπάρξει εξωδικαστική ικανοποίηση.

 

  • Δικαιώματα στα αποκτήματα: Εφόσον κατά τη διάρκεια του συμφώνου υπήρξε αύξηση της περιουσίας του ενός συντρόφου, ο άλλος μπορεί να αξιώσει μερίδιο από την αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύει συνεισφορά (χρηματική ή άυλη). Πρόκειται για νομική ρύθμιση που λειτουργεί ως μηχανισμός προστασίας του οικονομικά ασθενέστερου μέρους, βασισμένη στο άρθρο 1400 του ΑΚ και στην αναλογική εφαρμογή του στον θεσμό του συμφώνου συμβίωσης.

 

  • Γονικά ζητήματα: Η λύση του συμφώνου δεν επιδρά στην άσκηση της γονικής μέριμνας ή στην υποχρέωση διατροφής των τέκνων. Οι σχετικές ρυθμίσεις που ισχύουν για τα τέκνα παραμένουν σε πλήρη ισχύ και εφαρμόζονται κατά τα πρότυπα που ισχύουν και για διαζευγμένα ζευγάρια. Ζητήματα επιμέλειας, επικοινωνίας και διατροφής ρυθμίζονται από τα αρμόδια οικογενειακά δικαστήρια, όταν απαιτείται.

 

Η καταχώριση της λύσης στο ληξιαρχείο αποτελεί τη χρονική αφετηρία για κάθε επόμενη νομική ή περιουσιακή αξίωση. Από την ημερομηνία καταχώρισης, εκκινούν προθεσμίες για τυχόν αγωγές (όπως η συμμετοχή στα αποκτήματα) και ενημερώνονται επίσημα τα δημόσια μητρώα. Αυτή η καταχώριση είναι κρίσιμη για την ασφάλεια των συναλλαγών και τη σαφήνεια των έννομων συνεπειών της λύσης.

 

Δικαιώματα στα Αποκτήματα μετά από Λύση Συμφώνου Συμβίωσης

 

Ο όρος «αποκτήματα» αναφέρεται στην περιουσία που αποκτάται από κάθε σύντροφο κατά τη διάρκεια της συμβίωσης. Σύμφωνα με την αρχή της αυτοτέλειας της περιουσίας, κάθε σύντροφος εξακολουθεί να διατηρεί την κυριότητα των περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στο όνομά του. Ωστόσο, εφόσον κατά τη διάρκεια της συμβίωσης παρατηρείται αύξηση της περιουσίας του ενός συντρόφου, το άλλο μέρος διατηρεί το δικαίωμα να εγείρει αξίωση συμμετοχής σε αυτή την αύξηση, υπό την προϋπόθεση ότι μπορεί να αποδείξει ουσιώδη συμβολή (οικονομική, εργασιακή ή άλλη).

 

Η σχετική αξίωση ερείδεται στην αναλογική εφαρμογή του άρθρου 1400 του Αστικού Κώδικα, όπως ρητά προβλέπεται στον Ν. 4356/2015 για τις περιουσιακές σχέσεις των συμβιούντων. Ο δικαιούχος έχει τη δυνατότητα να διεκδικήσει έως και το ήμισυ (1/2) της καθαρής περιουσιακής αύξησης του συντρόφου του, ανάλογα με την έκταση και τη φύση της συνεισφοράς του. Σε περίπτωση αδυναμίας προσκόμισης ακριβών αποδείξεων, ισχύει μαχητό τεκμήριο συνεισφοράς σε ποσοστό ενός τρίτου (1/3) της περιουσιακής αύξησης.

 

Η νομοθεσία απαγορεύει ρητά την εκ των προτέρων παραίτηση από το δικαίωμα συμμετοχής στα αποκτήματα, προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία του οικονομικά ασθενέστερου συντρόφου. Τούτο σημαίνει ότι οποιαδήποτε ρήτρα στο σύμφωνο συμβίωσης που επιχειρεί να αποκλείσει μελλοντικές αξιώσεις επί της περιουσίας θεωρείται νομικά άκυρη.

 

Η εν λόγω αξίωση γεννάται μετά τη λύση ή την ακύρωση του συμφώνου και εφόσον δεν υπάρξει εθελοντική ικανοποίηση, μπορεί να ασκηθεί ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων με αγωγή. Η προθεσμία παραγραφής είναι διετής (2 έτη) από τη λύση ή την ακύρωση, σύμφωνα με το άρθρο 1401 ΑΚ.

 

Η ρύθμιση για τα αποκτήματα λειτουργεί ως ένα κρίσιμο εργαλείο εξισορρόπησης των περιουσιακών συνεπειών της κοινής ζωής και προστατεύει το μέρος που ενδεχομένως θυσίασε επαγγελματική ή οικονομική πρόοδο προς όφελος της οικογένειας. Αποτρέπει περιπτώσεις άνισης μεταχείρισης και συμβάλλει στη δίκαιη κατανομή των οικονομικών αποτελεσμάτων της κοινής προσπάθειας.

 

Η δικηγορική μας εταιρεία, Καρπούζης – Λιανού & Συνεργάτες, διαθέτει εξειδίκευση και πολυετή εμπειρία στο οικογενειακό δίκαιο. Επικοινωνήστε σήμερα μαζί μας για εξατομικευμένη νομική υποστήριξη και υπεύθυνη καθοδήγηση σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Κλείστε ραντεβού τηλεφωνικά ή μέσω της φόρμας επικοινωνίας στο site μας.

No comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *