ChatGPT Image 26 Μαρ 2026 12 23 32 μ μ

Με την υπ’ αριθ. 392/2026 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι η αναγνώριση, με τον ν. 5089/2024, του δικαιώματος σύναψης πολιτικού γάμου μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου, καθώς και του δικαιώματος των έγγαμων ομόφυλων ζευγαριών προς υιοθεσία ανηλίκου, δεν αντίκειται στο άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος.

Η απόφαση έχει ιδιαίτερη νομική σημασία, όχι μόνο επειδή επιβεβαιώνει ότι οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις δεν υπερβαίνουν τα συνταγματικά όρια, αλλά κυρίως επειδή τοποθετείται ρητά και ειδικά στο ζήτημα της υιοθεσίας ανηλίκου από έγγαμα ομόφυλα ζευγάρια. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αναγνώριση του σχετικού δικαιώματος αποτελεί, κατά την αιτιολογική έκθεση του νόμου, συνέπεια της αναγνώρισης του πολιτικού γάμου μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου και ότι εξετάζεται μέσα στο ήδη ισχύον πλαίσιο των εγγυήσεων που διέπουν τη διαδικασία της υιοθεσίας.

Η έμφαση της απόφασης: το ζήτημα της υιοθεσίας ανηλίκου

Το κεντρικό σημείο της απόφασης είναι ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν αντιμετώπισε την υιοθεσία ως ένα αφηρημένο ή θεωρητικό ζήτημα, αλλά ως θεσμό που διέπεται ήδη από συγκεκριμένες ασφαλιστικές δικλείδες υπέρ του παιδιού. Στο σκεπτικό του υπογραμμίζεται ότι η διαδικασία της υιοθεσίας περιλαμβάνει έρευνα από αρμόδια κοινωνική υπηρεσία σε δύο διακριτά στάδια, καθώς και ακροαματική διαδικασία ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, ακριβώς για να ελέγχεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου.

Με βάση αυτά τα δεδομένα, η Ολομέλεια έκρινε ότι η αναγνώριση δικαιώματος υιοθεσίας ανηλίκου από ομόφυλα έγγαμα ζευγάρια, υπό τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που είχαν ήδη θεσπιστεί και ισχύουν για την υιοθεσία από έγγαμα ετερόφυλα ζευγάρια, δεν προσβάλλει τη συνταγματική προστασία της παιδικής ηλικίας και του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε πως το συμφέρον του παιδιού αναζητείται και διακριβώνεται από τις αρμόδιες αρχές και, τελικώς, από το δικαστήριο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αιτήματος υιοθεσίας, χωρίς να αποκλείονται εκ των προτέρων οι υποψήφιοι θετοί γονείς λόγω φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού.

Το ΣτΕ επισημαίνει, μάλιστα, ότι διαδικαστικές εγγυήσεις προβλέπονται επίσης με το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 5089/2024, και ως προς τις υιοθεσίες που έχουν ήδη τελεσθεί από ομόφυλα ζευγάρια στο εξωτερικό.

Τι δέχθηκε το ΣτΕ για το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού

Η απόφαση αποδίδει ιδιαίτερο βάρος στην αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού. Η Ολομέλεια δεν δέχθηκε ότι η αρχή αυτή προστατεύεται με έναν γενικό και εκ των προτέρων αποκλεισμό μιας κατηγορίας υποψήφιων θετών γονέων. Αντίθετα, έκρινε ότι το κρίσιμο είναι να λειτουργούν αποτελεσματικά οι προβλεπόμενες εγγυήσεις του νόμου και να γίνεται εξατομικευμένος έλεγχος της κάθε υπόθεσης.

Στο ίδιο πλαίσιο, το Δικαστήριο ανέφερε ότι δεν απαιτείται, και μάλιστα κατά συνταγματική επιταγή, να μιμείται η υιοθεσία τη βιολογική σχέση του παιδιού με δύο ετερόφυλους γονείς, ώστε το υιοθετούμενο τέκνο να ανατρέφεται υποχρεωτικά από μητέρα και πατέρα. Υπενθύμισε, άλλωστε, ότι η ελληνική έννομη τάξη επιτρέπει από παλαιότερα την υιοθεσία και από ένα μόνο πρόσωπο, έγγαμο ή άγαμο, ενώ η κοινωνική πραγματικότητα περιλαμβάνει διαφορετικά οικογενειακά σχήματα.

Δεν κρίθηκε μόνο ο γάμος, αλλά και η υιοθεσία

Στη δημόσια συζήτηση, η έμφαση δίνεται συχνά μόνο στο ζήτημα του πολιτικού γάμου μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου. Ωστόσο, η συγκεκριμένη απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή η Ολομέλεια δεν περιορίστηκε μόνο στη συνταγματική αξιολόγηση του γάμου, αλλά τοποθετήθηκε αυτοτελώς και στο ζήτημα της υιοθεσίας ανηλίκου.

Ειδικότερα, δέχθηκε ότι η αναγνώριση, υπέρ των ομόφυλων έγγαμων ζευγαριών, δικαιώματος από κοινού υιοθεσίας ανηλίκου τέκνου, καθώς και δικαιώματος υιοθεσίας του νόμιμου τέκνου, βιολογικού ή θετού, του ενός συζύγου από τον άλλο, αποτελεί συνέπεια της αναγνώρισης του δικαιώματος σύναψης γάμου μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου.

Έτσι, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι ο κοινός νομοθέτης μπορούσε να αναγνωρίσει το σχετικό δικαίωμα υπέρ των έγγαμων ομόφυλων ζευγαριών, χωρίς να παραβιάζει τη συνταγματική προστασία της οικογένειας, της παιδικής ηλικίας και της ισότητας, ακριβώς επειδή η άσκησή του εντάσσεται στο ήδη υφιστάμενο πλαίσιο ελέγχου και δικαστικής κρίσης που ισχύει για κάθε υιοθεσία.

Το νομοθετικό πλαίσιο του ν. 5089/2024

Ο ν. 5089/2024 εισήγαγε τη δυνατότητα σύναψης πολιτικού γάμου και από πρόσωπα του ίδιου φύλου. Στο πλαίσιο αυτό, ρυθμίστηκαν και ζητήματα που συνδέονται με τη γονεϊκότητα, μεταξύ των οποίων και η αναγνώριση του δικαιώματος από κοινού υιοθεσίας ανηλίκου τέκνου, καθώς και του δικαιώματος υιοθεσίας του νόμιμου τέκνου, βιολογικού ή θετού, του ενός συζύγου από τον άλλο.

Η απόφαση 392/2026 επιβεβαιώνει, επομένως, ότι οι ρυθμίσεις αυτές δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα και ότι, κατά την κρίση της πλειοψηφίας, κινούνται εντός των ορίων που θέτει η συνταγματική τάξη.

Το ζήτημα της δυσμενούς διάκρισης

Η Ολομέλεια έκρινε επίσης ότι, με τα δεδομένα αυτά, δεν τίθεται ζήτημα δυσμενούς διάκρισης εις βάρος των παιδιών που θα υιοθετηθούν από έγγαμα ομόφυλα ζευγάρια, σε σχέση με τα παιδιά που ανατρέφονται από δύο ετερόφυλους γονείς, εφόσον έχει προηγηθεί η προβλεπόμενη κρίση του αρμόδιου δικαστηρίου ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εξυπηρετείται το συμφέρον του ανηλίκου.

Η παραδοχή αυτή συνδέεται άμεσα με τη βασική θέση της απόφασης, ότι το ουσιώδες δεν είναι η εκ των προτέρων κατηγοριοποίηση των υποψηφίων θετών γονέων, αλλά η εξατομικευμένη διαπίστωση του συμφέροντος του παιδιού με βάση τις εγγυήσεις του νόμου.

Υπήρξε και μειοψηφία

Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η απόφαση δεν ήταν ομόφωνη. Καταγράφηκε μειοψηφία, η οποία υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι ως προς το ζήτημα της υιοθεσίας δεν προέκυπτε πως είχαν ληφθεί υπόψη από τον νομοθέτη ειδικές και εμπεριστατωμένες μελέτες σε βάθος χρόνου σχετικά με τη μακροπρόθεσμη επίδραση της διαβίωσης παιδιών σε οικογένεια ομόφυλων ατόμων.

Ωστόσο, η δεσμευτική κρίση της Ολομέλειας είναι εκείνη της πλειοψηφίας, σύμφωνα με την οποία οι επίδικες ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα.

Συμπέρασμα

Η απόφαση ΣτΕ Ολομ. 392/2026 αποτελεί σημαντική εξέλιξη στο ελληνικό οικογενειακό δίκαιο. Το ουσιώδες σημείο της είναι ότι το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο έκρινε πως η αναγνώριση, με τον ν. 5089/2024, του δικαιώματος υιοθεσίας ανηλίκου από έγγαμα ομόφυλα ζευγάρια δεν προσκρούει στο Σύνταγμα, όταν εφαρμόζεται στο πλαίσιο των ισχυουσών εγγυήσεων, με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και κατόπιν ελέγχου των αρμοδίων αρχών και του δικαστηρίου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.

Η σημασία της απόφασης έγκειται ακριβώς στο ότι αποσαφηνίζει, σε επίπεδο συνταγματικού ελέγχου, πως ο νομοθέτης μπορούσε να αναγνωρίσει το εν λόγω δικαίωμα χωρίς παραβίαση του Συντάγματος, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και τη διαδικασία που ισχύουν ήδη για τα έγγαμα ετερόφυλα ζευγάρια.

Το παρόν άρθρο έχει αποκλειστικά ενημερωτικό χαρακτήρα, δεν συνιστά νομική συμβουλή και αποτυπώνει το περιεχόμενο της σχετικής δικαστικής κρίσης και του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου. Κάθε υπόθεση απαιτεί εξατομικευμένη αξιολόγηση με βάση τα ειδικά πραγματικά περιστατικά και τα εφαρμοστέα νομικά δεδομένα. Το γραφείο μας δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στη συγκεκριμένη δίκη ή στην έκδοση της σχετικής απόφασης. Για εξειδικευμένη νομική συμβουλή, μπορείτε να επικοινωνήσετε με το γραφείο μας.

No comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *