Εγκατάλειψη Οικογενειακής – Συζυγικής Στέγης

Εγκατάλειψη Οικογενειακής – Συζυγικής Στέγης

Η εγκατάλειψη της οικογενειακής ή συζυγικής στέγης αποτελεί ένα από τα πιο σοβαρά ζητήματα στις οικογενειακές διαφορές μεταξύ εγγάμων. Στο άρθρο αυτό εξετάζουμε τι σημαίνει εγκατάλειψη συζυγικής στέγης, ποια η νομική της σημασία και ποιες συνέπειες μπορεί να έχει σε περίπτωση διαζυγίου, στην επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων, στη διατροφή (συζύγου και παιδιών), στη χρήση της οικογενειακής στέγης και ακόμα αν γεννά δικαίωμα σε αποζημίωση για ηθική βλάβη. Παρέχουμε επίσης πρακτικές συμβουλές για τους συζύγους που βιώνουν μια τέτοια κατάσταση.

Ορισμός της εγκατάλειψης συζυγικής στέγης

Εγκατάλειψη συζυγικής στέγης θεωρείται η μόνιμη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης από τον έναν (ή και τους δύο) συζύγους χωρίς εύλογη αιτία. Με απλά λόγια, είναι η περίπτωση που ο ένας σύζυγος φεύγει από το κοινό σπίτι χωρίς να υπάρχει δικαιολογημένος σοβαρός λόγος και με πρόθεση να μην συνεχίσει τις συζυγικές του υποχρεώσεις. Στη νομική πρακτική, έχουν αναγνωριστεί διάφορες μορφές εγκατάλειψης, όπως:

  • Φυσική αποχώρηση από τη συζυγική κατοικία και εγκατάσταση αλλού, χωρίς τη συναίνεση του άλλου συζύγου.
  • Άρνηση εγκατάστασης: όταν ένας σύζυγος αρνείται να μετακομίσει στη νέα κοινή κατοικία που αποφάσισε το ζευγάρι.
  • Αποπομπή: όταν ο ένας σύζυγος διώχνει τον άλλο από το σπίτι (π.χ. με χρήση βίας ή εκφοβισμού).
  • Παρεμπόδιση επιστροφής: αλλαγή κλειδαριάς ή άλλες ενέργειες που εμποδίζουν το σύζυγο που έφυγε να επιστρέψει, ενώ αυτός το επιθυμεί.
  • Ψυχολογτική εγκατάλειψη: οι σύζυγοι μένουν μεν κάτω από την ίδια στέγη, αλλά ο ένας έχει ουσιαστικά εγκαταλείψει τη σχέση – αδιαφορεί πλήρως, δεν υπάρχει καμία επικοινωνία ή συντροφικότητα, λειτουργεί σαν ξένος στο ίδιο σπίτι.

Σημαντικό είναι ότι ο όρος “εγκατάλειψη” δεν αναφέρεται ρητά ως τέτοιος στον νόμο, όμως η έννοια προκύπτει από την υποχρέωση για έγγαμη συμβίωση (άρθρο 1386 ΑΚ) και τη νομολογία. Δεν θεωρείται εγκατάλειψη η αποχώρηση που γίνεται για σοβαρό και δικαιολογημένο λόγο πέρα από τον έλεγχο του συζύγου. Για παράδειγμα, αν ένας σύζυγος φύγει από το σπίτι επειδή υφίσταται ενδοοικογενειακή βία ή άλλη επιβλαβή συμπεριφορά από τον άλλον, η απομάκρυνσή του αυτή έχει εύλογη αιτία και δεν χαρακτηρίζεται νομικά ως «αδικαιολόγητη εγκατάλειψη». Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ευθύνη για τη διάσπαση της συμβίωσης βαρύνει τον σύζυγο που προκάλεσε με τη συμπεριφορά του την αποχώρηση του άλλου.

Νομική σημασία της εγκατάλειψης

Η εγκατάλειψη της οικογενειακής στέγης συνιστά παραβίαση βασικών συζυγικών υποχρεώσεων (συγκατοίκησης, αφοσίωσης, συνεισφοράς κ.λπ.) και έχει ιδιαίτερη νομική σημασία στο οικογενειακό δίκαιο. Αν και δεν αποτελεί έναν αυτοτελή λόγο διαζυγίου από μόνη της, θεωρείται ένα από τα γεγονότα που μπορούν να αποδείξουν τον «ισχυρό κλονισμό» του γάμου. Σύμφωνα με το άρθρο 1439 §2 ΑΚ, ο ισχυρός κλονισμός – δηλαδή η σοβαρή διάσπαση της έγγαμης σχέσης – τεκμαίρεται (θεωρείται δεδομένος) αν συντρέχει ορισμένο σοβαρό γεγονός, και η εγκατάλειψη είναι ένα από αυτά τα γεγονότα (μαζί με τη μοιχεία, τη διγαμία, την απόπειρα κατά της ζωής του άλλου συζύγου και την άσκηση βίας). Πρόκειται για ένα μαχητό τεκμήριο: αυτό σημαίνει ότι, αν ο ενάγων σύζυγος αποδείξει ότι εγκαταλείφθηκε από τον άλλο χωρίς εύλογη αιτία, το δικαστήριο κατά κανόνα θα θεωρήσει ότι ο γάμος έχει κλονιστεί ανεπανόρθωτα. Ο εναγόμενος (ο σύζυγος που έφυγε) έχει βέβαια το δικαίωμα να αντικρούσει αυτό το τεκμήριο, προσπαθώντας να αποδείξει ότι δεν υπήρξε πραγματικός κλονισμός ή ότι η αποχώρησή του δεν ήταν αδικαιολόγητη.

Για παράδειγμα, αν η απομάκρυνση έγινε με συναίνεση του άλλου συζύγου (ίσως είχαν συμφωνήσει προσωρινά να μείνουν χωριστά), τότε δεν υφίσταται εγκατάλειψη υπό την έννοια του νόμου. Η συγκατάθεση του «εγκαταλειφθέντος» συζύγου να ζουν χωριστά αναιρεί το τεκμήριο. Αν όμως και οι δύο σύζυγοι έχουν απομακρυνθεί αμοιβαία (π.χ. συμφωνούν να ζουν χωριστά σε διαφορετικά σπίτια χωρίς όμως επίσημη συμφωνία), αυτό θεωρείται αμοιβαία εγκατάλειψη και στην πράξη ο καθένας θα μπορούσε να επικαλεστεί τον κλονισμό σε βάρος του άλλου.

Σημειώνεται ότι στο παρελθόν η νομοθεσία (πριν το 1983) απαιτούσε «κακόβουλη εγκατάλειψη» συνεχόμενη για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (π.χ. δύο έτη) ως λόγο διαζυγίου. Σήμερα όμως δεν υπάρχει τέτοιο όριο: ακόμα και βραχύτερης διάρκειας απομάκρυνση μπορεί να θεωρηθεί εγκατάλειψη, αν κριθεί ότι έγινε χωρίς δικαιολογία και με πρόθεση οριστικής διάσπασης της συμβίωσης. Η χρονική διάρκεια είναι σχετική – το δικαστήριο εξετάζει τις συνθήκες σε κάθε περίπτωση.

Επιπτώσεις στο διαζύγιο (υπαίτια διάσπαση έγγαμης συμβίωσης)

Όταν έχουμε εγκατάλειψη συζυγικής στέγης, πρακτικά μιλάμε για υπαίτια διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης: ο σύζυγος που εγκατέλειψε αδικαιολόγητα θεωρείται ότι ευθύνεται για τον κλονισμό του γάμου. Αυτό έχει ως συνέπεια να διευκολύνεται ο δρόμος προς το διαζύγιο με αντιδικία. Ο σύζυγος που εγκαταλείφθηκε μπορεί να ασκήσει αγωγή διαζυγίου επικαλούμενος τον ισχυρό κλονισμό λόγω εγκατάλειψης. Η διαδικασία έκδοσης διαζυγίου γίνεται πιο γρήγορη και σαφής σε αυτή την περίπτωση, αφού αρκεί η απόδειξη της εγκατάλειψης – δεν χρειάζεται να αποδειχθούν άλλα περιστατικά που καθιστούν αδύνατη τη συμβίωση.

Το διαζύγιο που θα εκδοθεί βασίζεται στον ισχυρό κλονισμό του γάμου, ο οποίος τεκμαίρεται λόγω της εγκατάλειψης. Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι η απόφαση του δικαστηρίου πιθανότατα θα αναφέρει πως ο γάμος λύεται με υπαιτιότητα του εγκαταλείψαντος συζύγου. Ωστόσο, πρέπει να διευκρινιστεί ότι μετά τη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου, η έννοια της «υπαιτιότητας» δεν επηρεάζει την ίδια τη λύση του γάμου – δηλαδή, δεν υπάρχει κάποια «ποινή» ή εμπόδιο στο να πάρει διαζύγιο ακόμα και ο υπαίτιος. Το διαζύγιο θα εκδοθεί έτσι κι αλλιώς, εφόσον αποδειχθεί ο κλονισμός. Η υπαιτιότητα παίζει ρόλο κυρίως σε επιμέρους ζητήματα (όπως θα δούμε στη διατροφή συζύγου) και όχι στο αν θα λυθεί ή όχι ο γάμος.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, ο σύζυγος που αποφασίζει να εγκαταλείψει το σπίτι γνωρίζει ότι έτσι πιθανόν θα θεωρηθεί «υπαίτιος» για το διαζύγιο. Συνήθως όμως, όταν κάποιος φτάσει στο σημείο να φύγει οριστικά, το κάνει επειδή θέλει να τερματίσει το γάμο. Έτσι, το αν το διαζύγιο θα βγει «σε βάρος του» τυπικά, λίγο τον απασχολεί. Η βασική συνέπεια για αυτόν είναι ότι ο άλλος σύζυγος μπορεί άμεσα να κινήσει τη διαδικασία διαζυγίου χωρίς να χρειάζεται να περιμένει (π.χ. δεν απαιτείται διετής διάσταση, αφού υπάρχει το συγκεκριμένο γεγονός της εγκατάλειψης). Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι η λύση του γάμου, κάτι που και ο ίδιος ο εγκαταλείψας συνήθως επιθυμούσε έτσι κι αλλιώς.

Επιπτώσεις σε επιμέλεια ανηλίκων και διατροφή

Επιμέλεια τέκνων: Ένα κρίσιμο ερώτημα είναι πώς επηρεάζει η εγκατάλειψη την ανάθεση της επιμέλειας των παιδιών σε περίπτωση διαζυγίου. Στο ελληνικό δίκαιο, το ποιος γονέας πήρε την απόφαση να φύγει από το σπίτι δεν κρίνεται αυτοτελώς ως παράγοντας για την επιμέλεια. Τα δικαστήρια αποφασίζουν για την επιμέλεια με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον του παιδιού (σωματικό, ψυχικό, ηθικό κ.λπ.), ανεξάρτητα από το ποιος ευθύνεται για το διαζύγιο. Αυτό σημαίνει ότι, θεωρητικά, ένας γονέας που εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη δεν χάνει αυτομάτως το δικαίωμα στην επιμέλεια λόγω «τιμωρίας».

Στην πράξη όμως, η εγκατάλειψη μπορεί να έχει έμμεση επίδραση. Αν ένας γονέας εγκαταλείψει και τα παιδιά μαζί με τον σύζυγο (δηλαδή φύγει και αφήσει τα ανήλικα με τον άλλο γονέα χωρίς να μεριμνήσει για αυτά), αυτό σίγουρα θα ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο. Η πολύμηνη ή πολυετής απουσία ενός γονέα από την καθημερινότητα των παιδιών μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο στάτους: ο γονέας που παραμένει με τα παιδιά γίνεται ο κύριος φροντιστής και αναπτύσσεται ισχυρός συναισθηματικός δεσμός μαζί τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι είναι προς το συμφέρον των παιδιών να συνεχίσουν να ζουν με τον γονέα που τα φροντίζει σταθερά. Για παράδειγμα, έχουν υπάρξει αποφάσεις όπου η μητέρα έχασε την επιμέλεια υπέρ του πατέρα, επειδή είχε φύγει για μεγάλο διάστημα στο εξωτερικό αφήνοντας το παιδί με τον πατέρα, με αποτέλεσμα το παιδί να δεθεί περισσότερο με εκείνον.

Από την άλλη πλευρά, εάν η αποχώρηση του γονέα από τη συζυγική στέγη δεν σήμαινε και εγκατάλειψη των παιδιών (π.χ. ο γονέας συνέχισε να τα βλέπει τακτικά, να συμμετέχει στην ανατροφή τους ή τα πήρε μαζί του), τότε η απόφαση του να αφήσει το κοινό σπίτι δεν τον καθιστά ακατάλληλο γονέα. Το δικαστήριο θα εξετάσει ποιος μπορεί να εξασφαλίσει καλύτερα την ευημερία του τέκνου. Στις σύγχρονες συνθήκες, με την εφαρμογή και του νέου νόμου (Ν.4800/2021) για τη συνεπιμέλεια, υπάρχει τάση και προς από κοινού ανατροφή αν αυτό είναι εφικτό. Εν κατακλείδι, η εγκατάλειψη του συζύγου δεν πρέπει να συγχέεται με εγκατάλειψη των παιδιών – αν ένας γονιός παραμένει στοργικός και ικανός προς το παιδί, το γεγονός ότι χώρισε με τον σύζυγο για δικούς τους λόγους δεν αποτελεί λόγο να του αφαιρεθεί η επιμέλεια. Κάθε περίπτωση όμως εξετάζεται ξεχωριστά, με βάση τη σταθερότητα που προσφέρει ο κάθε γονέας, τη σχέση του με το παιδί και τις πρακτικές συνθήκες.

Διατροφή συζύγου: Εκεί που η έννοια της υπαιτιότητας παίζει σαφή ρόλο είναι στη διατροφή μεταξύ των συζύγων. Εδώ πρέπει να διακρίνουμε δύο στάδια: (Α) τη διατροφή κατά τη διάσταση (όσο δηλαδή οι σύζυγοι είναι χωριστά αλλά πριν εκδοθεί το διαζύγιο) και (Β) τη διατροφή μετά το διαζύγιο.

  • Κατά τη διάσταση: Σύμφωνα με το άρθρο 1391 ΑΚ, όταν διακοπεί η συμβίωση, ο οικονομικά ασθενέστερος σύζυγος δικαιούται διατροφή από τον άλλο, εφόσον η διακοπή έγινε με εύλογη αιτία από μέρους του. Αν ο σύζυγος που έφυγε είχε εύλογη αιτία (π.χ. έφευγε για να προστατεύσει την υγεία ή την αξιοπρέπειά του λόγω συμπεριφοράς του άλλου), τότε δικαιούται να ζητήσει διατροφή από τον άλλο, και μάλιστα προκαταβαλλόμενη κάθε μήνα, ώστε να συνεχίσει να καλύπτει τις ανάγκες του όπως όταν συγκατοικούσαν. Αν όμως ο σύζυγος που έφυγε είναι ο ίδιος υπαίτιος για τη διάσταση (δηλαδή έφυγε χωρίς δικαιολογία), τότε: (α) δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει διατροφή για τον εαυτό του, ακόμη και αν υπό άλλες συνθήκες θα τη δικαιούνταν (π.χ. ακόμη κι αν είναι άπορος, η νομοθεσία δεν τον προστατεύει γιατί θεωρείται ότι ο ίδιος προκάλεσε τη διάσταση), και (β) μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλλει διατροφή στον άλλο σύζυγο (τον εγκαταλειφθέντα), εφόσον εκείνος έχει οικονομική ανάγκη. Με άλλα λόγια, ένας σύζυγος που εγκαταλείπει αδικαιολόγητα το σπίτι χάνει το δικαίωμα να συντηρείται από τον άλλο, ενώ αντιθέτως μπορεί να κληθεί να τον συντηρήσει αυτός, αν ο εγκαταλειφθείς δεν έχει επαρκή εισοδήματα.
  • Μετά το διαζύγιο: Μετά τη λύση του γάμου, οι μεταξύ τους υποχρεώσεις τροποποιούνται. Η μεταγαμιαία διατροφή ρυθμίζεται από τα άρθρα 1442 επ. ΑΚ. Ο κανόνας είναι ότι ένας πρώην σύζυγος μπορεί να ζητήσει διατροφή από τον άλλο μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, κυρίως αν δεν μπορεί να εργαστεί λόγω ηλικίας ή υγείας, αν φροντίζει ανήλικο παιδί ή αν δεν βρίσκει εργασία αμέσως μετά το διαζύγιο (με χρονικό όριο μέχρι 3 χρόνια) ή για λόγους επιείκειας. Σε αντίθεση με τη διατροφή κατά τη διάσταση, εδώ η υπαιτιότητα του διαζυγίου τυπικά δεν αποτελεί προϋπόθεση: ακόμα και ο «υπαίτιος» διαζευγμένος σύζυγος μπορεί να δικαιούται διατροφή εάν πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις (π.χ. είναι ηλικιωμένος χωρίς πόρους). Ωστόσο, στην πράξη τα δικαστήρια δείχνουν φειδώ σε περιπτώσεις όπου ο αιτών διατροφή ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για το διαζύγιο. Για παράδειγμα, ένας σύζυγος που εγκατέλειψε την οικογένεια και μπορεί να εργαστεί, δύσκολα θα τύχει ευνοϊκής μεταχείρισης για να λάβει χρήματα από τον/την πρώην του. Ενίοτε τα δικαστήρια μπορεί να μειώσουν το ποσό ή τη διάρκεια της διατροφής που θα έδιναν, λαμβάνοντας υπόψη και τη συμπεριφορά του αιτούντος. Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι η εγκατάλειψη επηρεάζει έμμεσα το θέμα της μεταγαμιαίας διατροφής: ο εγκαταλείψας σύζυγος κατά κανόνα δεν θα ευνοηθεί σε ένα αίτημα διατροφής, ενώ αντίθετα ο εγκαταλειφθείς είναι σε καλύτερη θέση να διεκδικήσει οικονομική στήριξη αν τη χρειάζεται.

Διατροφή τέκνων: Ανεξάρτητα από τις μεταξύ των συζύγων διαφορές, οι υποχρεώσεις προς τα παιδιά παραμένουν. Ο γονέας που αποχωρεί από το σπίτι δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση διατροφής των ανηλίκων τέκνων. Αν τα παιδιά μείνουν με τον άλλο γονέα, ο εγκαταλείψας θα πρέπει να πληρώνει την ανάλογη διατροφή τέκνων κάθε μήνα για την κάλυψη των αναγκών τους. Το ύψος της διατροφής υπολογίζεται βάσει των αναγκών των παιδιών και των οικονομικών δυνατοτήτων του υπόχρεου γονέα – η αιτία του διαζυγίου δεν παίζει ρόλο στο πόσα πρέπει να δοθούν. Αντίστροφα, αν ο σύζυγος που έφυγε πάρει μαζί του τα παιδιά και εκείνος τα φροντίζει, μπορεί να ζητήσει διατροφή για αυτά από τον άλλο γονέα. Σε κάθε περίπτωση, η γονική μέριμνα και οι οικονομικές υποχρεώσεις προς τα παιδιά δεν επηρεάζονται από το ποιος σύζυγος ήταν «φταίχτης» του διαζυγίου: και οι δύο γονείς οφείλουν να στηρίζουν τα τέκνα τους βάσει των δυνατοτήτων τους.

Χρήση της οικογενειακής στέγης μετά την αποχώρηση

Ένα πρακτικό ζήτημα που προκύπτει αμέσως μόλις ένας σύζυγος φύγει, είναι τι θα γίνει με το οικογενειακό σπίτι. Η οικογενειακή στέγη ήταν το κοινό κατάλυμα του ζευγαριού κατά τη διάρκεια του γάμου, και η χρήση της διέπεται από ειδικούς κανόνες όταν οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση. Καταρχάς, όσο διαρκεί ο γάμος, και οι δύο έχουν δικαίωμα να κατοικούν στο σπίτι, ακόμη κι αν αυτό ανήκει μόνο στον έναν – πρόκειται για «οικογενειακό δικαίωμα» συγκατοίκησης. Με τη διάσταση όμως, πρέπει να ρυθμιστεί ποιος θα παραμείνει ή αν θα συνεχίσουν να το μοιράζονται (κάτι που σπάνια είναι βιώσιμο σε συγκρουσιακές καταστάσεις).

Αν η αποχώρηση ήταν φιλική ή συναινετική, οι σύζυγοι ενδέχεται μεταξύ τους να συμφωνήσουν ότι ο ένας θα συνεχίσει να μένει στο σπίτι (συνήθως αυτός που έχει και τα παιδιά, αν υπάρχουν), ενώ ο άλλος θα μετοικήσει αλλού. Μια τέτοια συμφωνία μπορεί να είναι προφορική ή γραπτή και είναι σεβαστή όσο εξυπηρετεί και τους δύο. Εάν όμως δεν υπάρχει συμφωνία και προκύπτει διαφορά, το ζήτημα μπορεί να επιλυθεί δικαστικά. Σύμφωνα με το άρθρο 1393 ΑΚ, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση, μπορεί να παραχωρήσει σε έναν από τους δύο συζύγους την αποκλειστική χρήση της οικογενειακής κατοικίας (ολόκληρης ή μέρους της), εφόσον αυτό επιβάλλεται για λόγους επιείκειας και με γνώμονα τις ειδικές συνθήκες των συζύγων και το συμφέρον των τυχόν παιδιών. Αυτό σημαίνει ότι ο δικαστής θα σταθμίσει ποιος σύζυγος έχει μεγαλύτερη ανάγκη να μείνει στο σπίτι: για παράδειγμα, αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα που ήδη διαμένουν εκεί, συνήθως δίνεται προτεραιότητα στον γονέα που τα έχει στην επιμέλειά του να συνεχίσει να χρησιμοποιεί τη στέγη, ώστε να μη διαταραχθεί η ζωή των παιδιών. Επίσης, λαμβάνεται υπόψη ποιος από τους δύο έχει εναλλακτική λύση κατοικίας.

Η απόφαση αυτή του δικαστηρίου μπορεί να δοθεί είτε με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (για άμεση, προσωρινή ρύθμιση) είτε με οριστική απόφαση στο διαζύγιο. Για παράδειγμα, σε ένα διαζύγιο με αντιδικία το δικαστήριο θα αποφανθεί και για το ποιος θα έχει τη χρήση του σπιτιού μέχρι να οριστικοποιηθεί η λύση του γάμου. Σημειώστε: Το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης δεν αλλάζει την κυριότητα του ακινήτου – δεν χάνει δηλαδή ο ιδιοκτήτης σύζυγος την ιδιοκτησία του. Απλώς, προσωρινά, ο άλλος σύζυγος δικαιούται να μένει εκεί, χωρίς να θεωρείται εισβολέας. Πρόκειται για μια ειδική ρύθμιση που υπάρχει ώστε να προστατευτεί η οικογενειακή εστία και ιδιαίτερα τα ευάλωτα μέλη (π.χ. παιδιά ή οικονομικά ασθενέστερος σύζυγος) κατά τη μεταβατική περίοδο του χωρισμού.

Σε περιπτώσεις σοβαρής σύγκρουσης, όπως π.χ. όταν υπάρχει καταγγελία για ενδοοικογενειακή βία, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τον βίαιο σύζυγο να μετοικίσει αμέσως από την οικογενειακή κατοικία, απαγορεύοντάς του μάλιστα να πλησιάζει. Αυτό είναι ένα ξεχωριστό μέτρο προστασίας που λαμβάνεται υπέρ του θύματος. Εκτός αυτών των περιπτώσεων, εάν ένας σύζυγος απλώς έφυγε μόνος του, συνήθως ο άλλος συνεχίζει να χρησιμοποιεί το σπίτι. Ο σύζυγος που εγκατέλειψε δεν έχει δικαίωμα να επιστρέψει αυθαίρετα όποτε θέλει, ιδίως αν ο άλλος αντιδρά – κάτι τέτοιο θα αποτελούσε διατάραξη της οικογενειακής ειρήνης. Θα πρέπει πρώτα να υπάρξει συμφωνία ή απόφαση δικαστηρίου.

Τέλος, με το οριστικό διαζύγιο, η ρύθμιση της οικογενειακής στέγης παύει να ισχύει με τον ίδιο τρόπο. Οι πρώην σύζυγοι είτε θα χωρίσουν οριστικά τα περιουσιακά τους (αν το σπίτι είναι κοινό, μπορεί να πουληθεί ή να αποδοθεί ολόκληρο σε έναν από τους δύο με αποζημίωση του άλλου) είτε, αν άνηκε εξολοκλήρου στον έναν, κάποια στιγμή ο δικαιούχος ιδιοκτήτης θα μπορεί να το ανακτήσει για χρήση. Ωστόσο, μέχρι να γίνουν όλα αυτά, η προσωρινή παραχώρηση χρήσης προσφέρει μια ανάσα και μια σταθερότητα σε αυτόν που τη χρειάζεται περισσότερο.

Ηθική βλάβη και εγκατάλειψη συζύγικής στέγης

Πολλοί αναρωτιούνται αν ο σύζυγος που εγκαταλείφθηκε μπορεί να διεκδικήσει αποζημίωση για την ψυχική οδύνη, την προσβολή και την ταλαιπωρία που υπέστη λόγω της εγκατάλειψης. Στην καθημερινή αντίληψη, η πράξη του να αφήσεις την οικογένειά σου μπορεί να θεωρείται ανήθικη ή άδικη – όμως η νομική αντιμετώπιση του ζητήματος της ηθικής βλάβης (δηλ. της αποζημίωσης για ψυχικό πόνο, προσβολή προσωπικότητας κ.λπ.) είναι αρκετά περιορισμένη σε αυτά τα θέματα.

Σύμφωνα με την νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων και ιδιαίτερα του Αρείου Πάγου, η παράβαση των συζυγικών καθηκόντων (όπως η υποχρέωση για πίστη, για συμβίωση, για σεβασμό και συμπαράσταση) δεν αρκεί από μόνη της για να στοιχειοθετήσει παράνομη πράξη που γεννά αξίωση αποζημίωσης. Δηλαδή, το ότι ο άνδρας ή η γυναίκα παρέβη τις υποχρεώσεις του γάμου (έφυγε από το σπίτι, σύναψε εξωσυζυγική σχέση, αδιαφόρησε για τον/την σύζυγο) δεν σημαίνει αυτομάτως ότι διέπραξε κάποιο «αστικό αδίκημα» για το οποίο ο άλλος μπορεί να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση. Ο νόμος αντιμετωπίζει τον γάμο ως μια σχέση που λύεται με διαζύγιο, όχι ως συμβόλαιο όπου η παραβίαση όρων οδηγεί σε αποζημιώσεις, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις.

Για παράδειγμα, έχει κριθεί ότι μια σύζυγος που εγκαταλείφθηκε και απατήθηκε από τον άντρα της δεν δικαιούται αποζημίωση ηθικής βλάβης απλώς και μόνο λόγω της απιστίας και της εγκατάλειψης. Ακόμα και αν υπέστη κατάθλιψη ή κοινωνική ντροπή, αυτά θεωρούνται συνέπειες μιας αποτυχίας του έγγαμου βίου, τις οποίες ο νόμος δεν αποζημιώνει σε χρήμα. Ο λόγος είναι ότι οι συζυγικές σχέσεις διέπονται από το οικογενειακό δίκαιο και ειδικές ηθικές αξίες, αλλά δεν εμπίπτουν στην περιοχή της αστικής ευθύνης εκτός αν υπάρξει και ανεξάρτητη παράνομη πράξη.

Πότε μπορεί να υπάρξει αξίωση; Μόνο αν η συμπεριφορά του εγκαταλείψαντος συζύγου περιλαμβάνει στοιχεία που ξεφεύγουν από το πλαίσιο μιας «απλής» εγκατάλειψης και συνιστούν ξεχωριστό αδίκημα. Για παράδειγμα, αν η εγκατάλειψη συνοδεύτηκε από βάναυση προσβολή της προσωπικότητας του άλλου συζύγου – όπως δημόσια διαπόμπευση, εξύβριση, σωματική βία, απειλές ή άλλα παράνομα γεγονότα – τότε ο εγκαταλειφθείς μπορεί να θεμελιώσει αγωγή αποζημίωσης βάσει αυτών των παράνομων πράξεων. Σε ένα τέτοιο σενάριο, όμως, η αποζημίωση δεν δίνεται «επειδή έφυγε», αλλά επειδή τον έβλαψε με συγκεκριμένο παράνομο τρόπο (π.χ. ξυλοδαρμός ή συκοφαντία).

Συμπερασματικά, η ηθική βλάβη λόγω καθαυτής της εγκατάλειψης της συζυγικής στέγης δεν αναγνωρίζεται από τα δικαστήρια. Ο πόνος και η θλίψη του διαζυγίου αντιμετωπίζονται ως μέρος της προσωπικής ζωής του καθενός. Η έννομη τάξη δίνει λύσεις μέσω του διαζυγίου, της διατροφής, της επιμέλειας κ.ο.κ., αλλά όχι μέσω χρηματικής τιμωρίας του «άπιστου» ή «άκαρδου» συζύγου. Έτσι, ο εγκαταλειμμένος σύζυγος δεν μπορεί να απαιτήσει χρηματική ικανοποίηση απλώς επειδή ο άλλος έφυγε για τρίτο πρόσωπο ή επειδή διέλυσε τον γάμο τους.

Πρακτικές συμβουλές προς συζύγους σε περίπτωση εγκατάλειψης

Βρίσκεστε αντιμέτωποι με μια κατάσταση εγκατάλειψης της οικογενειακής στέγης; Είτε είστε ο σύζυγος που σκέφτεται να φύγει, είτε αυτός που έμεινε πίσω, τα παρακάτω πρακτικά βήματα μπορεί να σας φανούν χρήσιμα:

  • Σκεφτείτε το νομικό πλαίσιο πριν την αποχώρηση: Αν αισθάνεστε ότι δεν αντέχετε άλλο και πρέπει να φύγετε, συμβουλευτείτε πρώτα έναν δικηγόρο οικογενειακού δικαίου. Θα σας εξηγήσει τις συνέπειες που μπορεί να έχει η αποχώρησή σας. Για παράδειγμα, αν έχετε ανάγκη οικονομικής στήριξης, ίσως είναι προτιμότερο να καταθέσετε πρώτα αίτηση διατροφής ή και αγωγή διαζυγίου και μετά να φύγετε, έτσι ώστε να μην θεωρηθείτε εξαρχής «υπαίτιος» χωρίς εύλογη αιτία.
  • Τεκμηριώστε την εύλογη αιτία (εάν υπάρχει): Σε περίπτωση που φεύγετε επειδή υπάρχει σοβαρός λόγος (π.χ. κακοποίηση, σοβαρές προσβολές, επικίνδυνες καταστάσεις), φροντίστε να το τεκμηριώσετε. Μπορείτε να καταγγείλετε το περιστατικό στην αστυνομία ή να απευθυνθείτε σε ιατροδικαστή (αν υπάρχει σωματική βία) ώστε να υπάρχουν αποδείξεις. Επίσης, μπορείτε να στείλετε μια εξώδικη δήλωση προς τον σύζυγο που μένει πίσω, αναφέροντας ότι αποχωρείτε και τους λόγους (π.χ. «φεύγω διότι η συμβίωση έχει καταστεί ανυπόφορη λόγω της συμπεριφοράς σου»). Αυτό δεν εγγυάται ότι δεν θα χαρακτηριστεί η πράξη σας ως εγκατάλειψη, αλλά τουλάχιστον δημιουργεί ένα γραπτό ίχνος των αιτιών.
  • Μέριμνα για τα παιδιά: Εάν υπάρχουν ανήλικα τέκνα, δώστε προτεραιότητα στη σταθερότητα και την ασφάλειά τους. Ο σύζυγος που φεύγει θα πρέπει να εξηγήσει (με τρόπο κατάλληλο για την ηλικία τους) τι συμβαίνει και να διαβεβαιώσει τα παιδιά ότι δεν τα εγκαταλείπει. Αν είστε ο γονέας που έμεινε με τα παιδιά, προσπαθήστε να διατηρήσετε όσο γίνεται την καθημερινή ρουτίνα τους και να μην μεταδώσετε πικρία ή φόβο για τον άλλον γονέα. Σε νομικό επίπεδο, εξετάστε άμεσα το θέμα της επιμέλειας και της επικοινωνίας: αν προβλέπεται σύγκρουση, ίσως χρειαστεί να ζητήσετε ασφαλιστικά μέτρα ώστε να ρυθμιστεί προσωρινά ποιος θα έχει την επιμέλεια και πώς θα γίνεται η επικοινωνία με τον άλλο γονέα, για να αποφευχθούν αρπαγές ή παρατεταμένη αποχή του ενός γονέα από το παιδί.
  • Οικονομική υποστήριξη: Ένας σύζυγος που εγκαταλείφθηκε έχει δικαίωμα να διεκδικήσει διατροφή τόσο για τον εαυτό του (εφόσον δεν μπορεί να συντηρηθεί) όσο και για τα παιδιά. Μην διστάσετε να απαιτήσετε αυτό που δικαιούστε – ο νόμος είναι με το μέρος του οικονομικά ασθενέστερου σε αυτές τις περιπτώσεις. Αντίστοιχα, ο σύζυγος που φεύγει θα πρέπει να συνεχίσει να καλύπτει τις υποχρεώσεις του προς την οικογένεια έως ότου υπάρξει μια νέα συμφωνία ή δικαστική απόφαση. Είναι φρόνιμο να κρατάτε αποδείξεις για τυχόν ποσά που δίνετε ή λαμβάνετε, και να αποφύγετε μονομερείς ενέργειες όπως το να αδειάσετε κοινό λογαριασμό ή να διακόψετε απότομα την οικονομική στήριξη – τέτοιες κινήσεις δημιουργούν κακό κλίμα και μπορεί να σας εκθέσουν νομικά.
  • Χρήση κατοικίας και προσωπικών ειδών: Αν είστε αυτός που μένει στο σπίτι, αλλά το σπίτι ανήκει στον άλλον, αποφύγετε να αλλάξετε κλειδαριές αμέσως ή να πετάξετε τα πράγματά του έξω. Παρότι αισθάνεστε πικρία, τυπικά ο σύζυγος που έφυγε έχει δικαίωμα πρόσβασης στα προσωπικά του αντικείμενα. Συνεννοηθείτε για το πώς θα τα παραλάβει με ηρεμία. Αν φοβάστε ότι μπορεί να επιστρέψει απρόσκλητος και να δημιουργηθεί ένταση, συζητήστε με τον δικηγόρο σας την προοπτική ασφαλιστικών μέτρων για αποκλειστική χρήση της στέγης. Αν πάλι είστε αυτός που έφυγε και θέλετε να πάρετε πράγματα σας από το σπίτι, καλό είναι να το κάνετε παρουσία ενός τρίτου μάρτυρα ή και αστυνομίας (σε διακριτική συνοδεία), ώστε να αποφευχθούν τυχόν αψιμαχίες ή αβάσιμες κατηγορίες.
  • Διατήρηση ψυχραιμίας και σεβασμού: Όσο δύσκολο κι αν είναι συναισθηματικά, προσπαθήστε να επιλύσετε πρακτικά θέματα με όσο το δυνατόν ήπιο και πολιτισμένο τρόπο. Η εγκατάλειψη συζυγικής στέγης συχνά συνοδεύεται από θυμό, προδοσία και πληγωμένα συναισθήματα. Ωστόσο, φωνές, απειλές ή εκδικήσεις μπορεί να γυρίσουν μπούμερανγκ, ειδικά αν το θέμα φτάσει στο δικαστήριο – εκτός του ότι κάνουν κακό και στους ίδιους τους εμπλεκομένους (και στα παιδιά). Η συνεργασία σε πρακτικά ζητήματα δεν σημαίνει ότι συγχωρείτε ή ξεχνάτε τι έγινε, αλλά δείχνει ωριμότητα και προστατεύει τα συμφέροντά σας (και των παιδιών σας).
  • Μην παραμελείτε την ψυχική σας υγεία: Τόσο για τον σύζυγο που έφυγε όσο και για εκείνον που έμεινε, η περίοδος αυτή είναι ψυχικά επώδυνη. Ζητήστε υποστήριξη από φίλους, οικογένεια ή και κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας. Η ικανότητα σας να πάρετε σωστές αποφάσεις – νομικές και πρακτικές – θα ενισχυθεί αν φροντίσετε τον εαυτό σας και παραμείνετε ψύχραιμοι.

Τέλος, θυμηθείτε ότι κάθε περίπτωση έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες. Οι νόμοι δίνουν ένα γενικό πλαίσιο, αλλά η εφαρμογή τους μπορεί να διαφέρει. Μην βασίζεστε αποκλειστικά σε συμβουλές γνωστών ή όσα «ακούγονται». Κάθε σύζυγος που βιώνει ένα τέτοιο γεγονός καλό είναι να λάβει εξατομικευμένη νομική συμβουλή το συντομότερο δυνατό. Ένας έμπειρος δικηγόρος θα σας καθοδηγήσει υπεύθυνα, θα προστατεύσει τα δικαιώματά σας και θα σας βοηθήσει να διαχειριστείτε σωστά τις προκλήσεις – είτε θέλετε να ασκήσετε τα δικαιώματά σας ως εγκαταλειφθείς, είτε να προχωρήσετε τη ζωή σας έχοντας αποχωρήσει με τον ορθό τρόπο. Εν τέλει, στόχος είναι η ομαλότερη δυνατή μετάβαση στη νέα πραγματικότητα, με σεβασμό στην αξιοπρέπεια όλων των μερών και, όπου υπάρχουν παιδιά, με προτεραιότητα στην ευημερία τους.

Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

  • Τι είναι «εγκατάλειψη συζυγικής / οικογενειακής στέγης»;
    Είναι η αδικαιολόγητη, μόνιμη αποχώρηση του ενός συζύγου από το κοινό σπίτι (ή η αποπομπή του άλλου), με πρόθεση να μη συνεχιστεί η έγγαμη συμβίωση.
  • Αρκεί η εγκατάλειψη για να εκδοθεί διαζύγιο;
    Ναι, μπορεί να αποτελέσει σοβαρό γεγονός ισχυρού κλονισμού του γάμου και να στηρίξει αγωγή διαζυγίου, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθούν πολλά άλλα περιστατικά.
  • Χρειάζεται να περάσει συγκεκριμένος χρόνος για να θεωρηθεί εγκατάλειψη;
    Όχι. Δεν υπάρχει πλέον ελάχιστο όριο (π.χ. διετία). Κρίνεται κατά περίπτωση, ανάλογα με τη διάρκεια και τις συνθήκες της απομάκρυνσης.
  • Επηρεάζει η εγκατάλειψη την επιμέλεια των παιδιών;
    Όχι αυτόματα. Η επιμέλεια κρίνεται με βάση το συμφέρον του παιδιού, αλλά μακρά απουσία ή ουσιαστική εγκατάλειψη του παιδιού από έναν γονέα μπορεί να ληφθεί σοβαρά υπόψη.
  • Τι σημαίνει εγκατάλειψη για τη διατροφή του/της συζύγου;
    Ο σύζυγος που έφυγε χωρίς εύλογη αιτία συνήθως δεν δικαιούται διατροφή κατά τη διάσταση και μπορεί αντίθετα να υποχρεωθεί να καταβάλει διατροφή στον εγκαταλειφθέντα, εφόσον εκείνος έχει ανάγκη.
  • Τι ισχύει για τη διατροφή των παιδιών;
    Η υποχρέωση διατροφής τέκνων δεν επηρεάζεται από το ποιος εγκατέλειψε. Και οι δύο γονείς υποχρεούνται να συνεισφέρουν, ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες.
  • Ποιος μένει στο σπίτι μετά την εγκατάλειψη;
    Αν δεν υπάρχει συμφωνία, το δικαστήριο μπορεί να δώσει σε έναν σύζυγο (συχνά σε αυτόν που μένει με τα παιδιά) την αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης, χωρίς να αλλάζει η κυριότητα.
  • Μπορώ να ζητήσω αποζημίωση για ηθική βλάβη επειδή με εγκατέλειψε;
    Κατά κανόνα, όχι μόνο λόγω εγκατάλειψης. Αποζημίωση εξετάζεται μόνο αν υπάρχουν και ανεξάρτητες παράνομες πράξεις (π.χ. βία, βαριά προσβολή προσωπικότητας κ.λπ.).

Το παρόν άρθρο έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν συνιστά νομική συμβουλή. Κάθε υπόθεση απαιτεί εξατομικευμένη αξιολόγηση, με βάση τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και το ισχύον νομικό πλαίσιο. Για εξειδικευμένη συμβουλή, παρακαλούμε επικοινωνήστε με το γραφείο μας.

No comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *