Η υιοθεσία ενηλίκου αποτελεί μία ειδική και περιορισμένη μορφή υιοθεσίας στο ελληνικό οικογενειακό δίκαιο. Σε αντίθεση με την υιοθεσία ανηλίκου, η οποία συνδέεται κυρίως με την προστασία και ανατροφή παιδιού, η υιοθεσία ενηλίκου αφορά ήδη ενήλικο πρόσωπο και επιτρέπεται μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που προβλέπει ο Αστικός Κώδικας.
Στην πράξη, η υιοθεσία ενηλίκου εμφανίζεται συχνά όταν έχει ήδη διαμορφωθεί μία ουσιαστική οικογενειακή σχέση, όπως στην περίπτωση υιοθεσίας ενήλικου τέκνου συζύγου, συγγενικού προσώπου ή προσώπου που είχε ανατραφεί στο πλαίσιο αναδοχής. Δεν πρόκειται για μία απλή ιδιωτική συμφωνία μεταξύ δύο προσώπων. Η υιοθεσία ενηλίκου απαγγέλλεται μόνο με δικαστική απόφαση, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Πότε επιτρέπεται η υιοθεσία ενηλίκου
Κατά το άρθρο 1579 ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 51 του ν. 4837/2021, η υιοθεσία ενηλίκου επιτρέπεται μόνο όταν συντρέχει μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις: είτε ο υιοθετούμενος είναι συγγενής έως και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας του προσώπου που επιθυμεί να τον υιοθετήσει, είτε το πρόσωπο που υιοθετεί υπήρξε ανάδοχος γονέας του υιοθετουμένου.
Η προσθήκη της περίπτωσης του αναδόχου γονέα είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι αναγνωρίζει νομικά περιπτώσεις όπου έχει αναπτυχθεί πραγματικός οικογενειακός δεσμός κατά την ανηλικότητα του υιοθετουμένου, χωρίς να υπάρχει αναγκαστικά συγγένεια εξ αίματος ή εξ αγχιστείας.
Ενδεικτικά, η υιοθεσία ενηλίκου μπορεί να εξεταστεί σε περιπτώσεις όπως:
- υιοθεσία ενήλικου τέκνου συζύγου,
- υιοθεσία ανιψιού, ανιψιάς ή εξαδέλφου, εφόσον συντρέχει ο απαιτούμενος βαθμός συγγένειας,
- υιοθεσία προσώπου με το οποίο ο υιοθετών συνδέεται με συγγένεια εξ αγχιστείας,
- υιοθεσία ενηλίκου από πρόσωπο που είχε υπάρξει ανάδοχος γονέας του.
Αν δεν υπάρχει συγγένεια έως τον τέταρτο βαθμό ή προηγούμενη νόμιμη σχέση αναδοχής, η υιοθεσία ενηλίκου δεν μπορεί να στηριχθεί απλώς σε συναισθηματικό δεσμό, μακροχρόνια φροντίδα ή επιθυμία ρύθμισης κληρονομικών ζητημάτων.
Ηλικιακές προϋποθέσεις
Στην υιοθεσία ενηλίκου, ο υιοθετών πρέπει να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον το 40ό έτος της ηλικίας του και να είναι μεγαλύτερος από τον υιοθετούμενο τουλάχιστον κατά 18 έτη.
Η προϋπόθεση αυτή είναι κρίσιμη. Το δικαστήριο δεν εξετάζει μόνο τη βούληση των μερών, αλλά και αν πληρούνται οι αντικειμενικές προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος. Εάν, για παράδειγμα, η διαφορά ηλικίας είναι μικρότερη από την απαιτούμενη, η αίτηση μπορεί να αντιμετωπίσει σοβαρό πρόβλημα παραδεκτού ή βασιμότητας.
Κοινή αίτηση υιοθετούντος και υιοθετουμένου
Η υιοθεσία ενηλίκου απαγγέλλεται από το δικαστήριο ύστερα από κοινή αίτηση του προσώπου που υιοθετεί και του ενηλίκου που υιοθετείται. Αν ο υιοθετούμενος είναι ανίκανος για δικαιοπραξία, τη σχετική αίτηση υποβάλλει ο νόμιμος αντιπρόσωπός του.
Αυτό σημαίνει ότι η υιοθεσία ενηλίκου βασίζεται, κατά κανόνα, στη συνειδητή και σαφή βούληση και των δύο πλευρών. Η διαδικασία δεν μπορεί να κινηθεί μονομερώς από τον υιοθετούντα, ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο επιβολής οικογενειακής ή περιουσιακής ρύθμισης χωρίς τη συμμετοχή του υιοθετουμένου.
Συναίνεση συζύγου
Αν ο ενήλικος που πρόκειται να υιοθετηθεί είναι έγγαμος, απαιτείται η συναίνεση του συζύγου του, η οποία παρέχεται με αυτοπρόσωπη δήλωση στο δικαστήριο.
Αντίστοιχα, επειδή στην υιοθεσία ενηλίκου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που ισχύουν για την υιοθεσία ανηλίκου, εκτός αν υπάρχει ειδική ρύθμιση, πρέπει να εξετάζεται και η συναίνεση του συζύγου του υιοθετούντος, όπου αυτή απαιτείται κατά τις γενικές διατάξεις.
Η συναίνεση αυτή δεν είναι τυπική λεπτομέρεια. Η υιοθεσία δημιουργεί έννομες συνέπειες στην οικογενειακή και περιουσιακή κατάσταση των εμπλεκομένων και γι’ αυτό το δικαστήριο ελέγχει προσεκτικά την πληρότητα των απαιτούμενων δηλώσεων.
Ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο
Αρμόδιο για την τέλεση της υιοθεσίας είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο. Κατά το άρθρο 800 ΚΠολΔ, αρμόδιο είναι κάθε Μονομελές Πρωτοδικείο της Επικράτειας, ενώ τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία όταν ο υιοθετών ή ο υιοθετούμενος έχει ελληνική ιθαγένεια, ακόμη και αν δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα. Στην τελευταία περίπτωση, αρμόδια είναι τα δικαστήρια της πρωτεύουσας του Κράτους.
Οι συναινέσεις για την υιοθεσία δηλώνονται ενώπιον του δικαστηρίου που τελεί την υιοθεσία, χωρίς δημοσιότητα, σε ιδιαίτερο γραφείο.
Διαδικασία υιοθεσίας ενηλίκου
Η διαδικασία ξεκινά με την κατάθεση κοινής αίτησης ενώπιον του αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου. Στην αίτηση πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη νόμιμη δυνατότητα υιοθεσίας: η συγγένεια έως τον τέταρτο βαθμό ή η προηγούμενη σχέση αναδοχής, η ηλικία των μερών, η διαφορά ηλικίας, η οικογενειακή τους κατάσταση και ο λόγος για τον οποίο ζητείται η υιοθεσία.
Το δικαστήριο εξετάζει αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και αν η υιοθεσία εξυπηρετεί το συμφέρον του υιοθετουμένου. Η γενική αρχή ότι η υιοθεσία πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του υιοθετουμένου ισχύει στο δίκαιο της υιοθεσίας και λαμβάνεται υπόψη κατά την κρίση του δικαστηρίου.
Στην πράξη, τα δικαιολογητικά που απαιτούνται εξαρτώνται από τα πραγματικά δεδομένα κάθε υπόθεσης. Συνήθως εξετάζονται έγγραφα που αποδεικνύουν την ηλικία, την οικογενειακή κατάσταση, τη συγγένεια ή την αναδοχή, καθώς και τυχόν στοιχεία που τεκμηριώνουν τη σχέση μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου. Όταν υπάρχουν στοιχεία αλλοδαπής, μπορεί να χρειαστούν επικυρώσεις, επισημειώσεις Apostille, επίσημες μεταφράσεις και ειδικός έλεγχος εφαρμοστέου δικαίου.
Πότε αρχίζουν τα αποτελέσματα της υιοθεσίας
Τα αποτελέσματα της δικαστικής απόφασης για την υιοθεσία αρχίζουν από τότε που η απόφαση καταστεί τελεσίδικη.
Αυτό έχει πρακτική σημασία για ζητήματα επωνύμου, ληξιαρχικών μεταβολών, οικογενειακής κατάστασης, διατροφής και κληρονομικών συνεπειών. Η έκδοση της απόφασης δεν πρέπει να συγχέεται με την οριστική παραγωγή όλων των έννομων αποτελεσμάτων, η οποία συνδέεται με την τελεσιδικία.
Έννομα αποτελέσματα της υιοθεσίας ενηλίκου
Η υιοθεσία ενηλίκου παράγει σημαντικές έννομες συνέπειες, αλλά δεν έχει ακριβώς την ίδια έκταση με την υιοθεσία ανηλίκου.
Από την τέλεση της υιοθεσίας, το θετό τέκνο και οι κατιόντες του που γεννήθηκαν μετά την υιοθεσία έχουν θέση κοινού τέκνου και κοινών κατιόντων των δύο συζύγων, ενώ ο δεσμός του θετού τέκνου με τον άλλο φυσικό γονέα και τους συγγενείς του διατηρείται.
Παράλληλα, με την υιοθεσία ενηλίκου δεν δημιουργείται συγγένεια μεταξύ του θετού τέκνου και των συγγενών εκείνου που υιοθέτησε, ούτε αντίστροφα.
Αυτό είναι ένα από τα βασικά σημεία που πρέπει να κατανοήσει όποιος εξετάζει την υιοθεσία ενηλίκου. Η υιοθεσία δημιουργεί δεσμό μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου, αλλά δεν επεκτείνεται πλήρως σε όλη την οικογένεια του υιοθετούντος, όπως συμβαίνει στην υιοθεσία ανηλίκου.
Επώνυμο του θετού τέκνου
Με την υιοθεσία ενηλίκου, το θετό τέκνο λαμβάνει το επώνυμο του θετού γονέα, έχοντας δικαίωμα να προσθέσει και το πριν από την υιοθεσία επώνυμό του. Αν το προηγούμενο επώνυμο ή το επώνυμο του θετού γονέα αποτελείται από δύο επώνυμα, για τον σχηματισμό του σύνθετου επωνύμου χρησιμοποιείται το πρώτο από αυτά.
Η ρύθμιση του επωνύμου έχει όχι μόνο συμβολική, αλλά και πρακτική σημασία, καθώς συνδέεται με τη ληξιαρχική και δημοτολογική κατάσταση του υιοθετουμένου, τα στοιχεία ταυτότητας και κάθε μελλοντική διοικητική ή συμβολαιογραφική πράξη.
Διατροφή και κληρονομικά ζητήματα
Στην υποχρέωση διατροφής του θετού τέκνου, εκείνος που υιοθέτησε προηγείται από τους εξ αίματος συγγενείς του τέκνου.
Η υιοθεσία ενηλίκου μπορεί επίσης να έχει κληρονομικές συνέπειες, επειδή δημιουργείται νομικός δεσμός γονέα και τέκνου μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου. Ωστόσο, επειδή η υιοθεσία ενηλίκου δεν δημιουργεί συγγένεια με τους συγγενείς του υιοθετούντος, τα κληρονομικά αποτελέσματα πρέπει να εξετάζονται με προσοχή και πάντοτε με βάση τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης, ιδίως όταν υπάρχουν διαθήκες, άλλα τέκνα, σύζυγος, περιουσιακές μεταβιβάσεις ή στοιχεία αλλοδαπής.
Μπορεί να λυθεί η υιοθεσία ενηλίκου;
Η υιοθεσία ενηλίκου δεν είναι μία απλή ανακλητή συμφωνία. Μπορεί να λυθεί με δικαστική απόφαση, ύστερα από αγωγή του θετού γονέα ή του θετού τέκνου, εφόσον συντρέχει παράπτωμα που δικαιολογεί αποκλήρωση ή συνιστά λόγο αχαριστίας κατά τους όρους του άρθρου 505 ΑΚ.
Η λύση της υιοθεσίας αποτελεί σοβαρή δικαστική διαδικασία και δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητη ή εύκολη. Για τον λόγο αυτό, πριν από την κατάθεση αίτησης υιοθεσίας ενηλίκου, είναι αναγκαίο να αξιολογούνται όχι μόνο οι άμεσες επιθυμίες των μερών, αλλά και οι μακροπρόθεσμες συνέπειες.
Συχνές ερωτήσεις για την υιοθεσία ενηλίκου
Μπορεί κάποιος να υιοθετήσει οποιονδήποτε ενήλικο στην Ελλάδα;
Όχι. Η υιοθεσία ενηλίκου επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 1579 ΑΚ: όταν ο υιοθετούμενος είναι συγγενής έως και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας του υιοθετούντος ή όταν ο υιοθετών υπήρξε ανάδοχος γονέας του υιοθετουμένου.
Μπορεί να υιοθετηθεί ενήλικο τέκνο συζύγου;
Ναι, υπό προϋποθέσεις. Η περίπτωση αυτή είναι από τις συνηθέστερες στην πράξη, διότι το τέκνο του συζύγου συνδέεται με τον υιοθετούντα με συγγένεια εξ αγχιστείας. Πρέπει όμως να ελεγχθούν όλες οι υπόλοιπες προϋποθέσεις, όπως η ηλικία, η διαφορά ηλικίας, οι απαιτούμενες συναινέσεις και η συνολική νομική εικόνα της υπόθεσης.
Χρειάζεται συναίνεση των φυσικών γονέων του ενηλίκου;
Στην υιοθεσία ενηλίκου, το κρίσιμο στοιχείο είναι η κοινή αίτηση του υιοθετούντος και του υιοθετουμένου, καθώς και οι συναινέσεις που απαιτούνται από τον νόμο, όπως του συζύγου του εγγάμου υιοθετουμένου. Η ανάγκη ή μη πρόσθετων δηλώσεων πρέπει να αξιολογείται ανά περίπτωση, ιδίως όταν υπάρχουν ειδικές οικογενειακές ή δικονομικές ιδιαιτερότητες.
Ποια είναι η ελάχιστη ηλικία του υιοθετούντος;
Ο υιοθετών πρέπει να έχει συμπληρώσει το 40ό έτος της ηλικίας του και να είναι μεγαλύτερος από τον υιοθετούμενο τουλάχιστον κατά 18 χρόνια.
Γίνεται η υιοθεσία ενηλίκου με συμβολαιογραφική πράξη;
Όχι. Η υιοθεσία ενηλίκου απαγγέλλεται από το δικαστήριο. Δεν αρκεί ιδιωτικό συμφωνητικό, υπεύθυνη δήλωση ή συμβολαιογραφική πράξη μεταξύ των μερών.
Αλλάζει το επώνυμο του ενηλίκου που υιοθετείται;
Ναι. Το θετό τέκνο λαμβάνει το επώνυμο του θετού γονέα, έχοντας δικαίωμα να προσθέσει και το προηγούμενο επώνυμό του, σύμφωνα με τους ειδικότερους κανόνες του άρθρου 1586 ΑΚ.
Η υιοθεσία ενηλίκου δημιουργεί συγγένεια με όλη την οικογένεια του θετού γονέα;
Όχι. Με την υιοθεσία ενηλίκου δεν δημιουργείται συγγένεια μεταξύ του θετού τέκνου και των συγγενών του υιοθετούντος, ούτε αντίστροφα.
Μπορεί η υιοθεσία ενηλίκου να γίνει για κληρονομικούς λόγους;
Η υιοθεσία ενηλίκου μπορεί να έχει κληρονομικές συνέπειες, αλλά δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απλό εργαλείο περιουσιακού σχεδιασμού. Το δικαστήριο εξετάζει αν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις και αν η υιοθεσία εξυπηρετεί το συμφέρον του υιοθετουμένου.
Τι γίνεται αν ο υιοθετών ή ο υιοθετούμενος ζει στο εξωτερικό;
Όταν ο υιοθετών ή ο υιοθετούμενος έχει ελληνική ιθαγένεια, τα ελληνικά δικαστήρια μπορούν να έχουν δικαιοδοσία ακόμη και αν δεν υπάρχει συνήθης διαμονή στην Ελλάδα. Σε τέτοιες περιπτώσεις απαιτείται ιδιαίτερος έλεγχος των εγγράφων, των μεταφράσεων, των επικυρώσεων και τυχόν ζητημάτων αλλοδαπού δικαίου.
Νομική υποστήριξη για υιοθεσία ενηλίκου
Η υιοθεσία ενηλίκου είναι μία διαδικασία με σημαντικές προσωπικές, οικογενειακές και περιουσιακές συνέπειες. Απαιτεί προσεκτική νομική αξιολόγηση πριν από την κατάθεση της αίτησης, ιδίως ως προς τη συγγένεια, την ηλικία, τις απαιτούμενες συναινέσεις, τα αποδεικτικά έγγραφα και τις συνέπειες σε επώνυμο, διατροφή και κληρονομικά δικαιώματα.
Η δικηγορική μας εταιρεία αναλαμβάνει την εξατομικευμένη νομική αξιολόγηση και καθοδήγηση σε υποθέσεις υιοθεσίας ενηλίκου, από τον αρχικό έλεγχο των προϋποθέσεων έως την προετοιμασία του φακέλου και τη δικαστική διαδικασία.
Επικοινωνήστε μαζί μας για να λάβετε εξειδικευμένη νομική συμβουλή σχετικά με τη δυνατότητα, τη διαδικασία και τις συνέπειες της υιοθεσίας ενηλίκου στην Ελλάδα.
Νομική επιφύλαξη
Το παρόν άρθρο έχει αποκλειστικά ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν συνιστά νομική συμβουλή, γνωμοδότηση ή υποκατάστατο εξατομικευμένης νομικής υποστήριξης. Κάθε υπόθεση υιοθεσίας ενηλίκου παρουσιάζει ιδιαίτερα πραγματικά και νομικά χαρακτηριστικά και πρέπει να αξιολογείται αυτοτελώς από δικηγόρο, με βάση τα συγκεκριμένα έγγραφα, την οικογενειακή κατάσταση των μερών, την τυχόν ύπαρξη στοιχείων αλλοδαπής και το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο κατά τον χρόνο εξέτασης της υπόθεσης.



No comment