Με τον ν. 5303/2026, ο οποίος δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α΄ 81/22.5.2026, επέρχεται η σημαντικότερη αναμόρφωση του ελληνικού Κληρονομικού Δικαίου από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα. Το Πέμπτο Βιβλίο του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται στο σύνολό του και εισάγονται νέοι θεσμοί, ενώ παράλληλα αναθεωρούνται βασικές ρυθμίσεις για τις διαθήκες, την εξ αδιαθέτου διαδοχή, τη νόμιμη μοίρα, τα χρέη της κληρονομίας και τις σχέσεις μεταξύ των συγκληρονόμων.
Στόχος της μεταρρύθμισης είναι η προσαρμογή του Κληρονομικού Δικαίου στις σύγχρονες οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες, η ενίσχυση της προστασίας των κληρονόμων από άγνωστα χρέη και η παροχή περισσότερων δυνατοτήτων για τον έγκαιρο προγραμματισμό της τύχης μιας περιουσίας μετά τον θάνατο.
Πότε εφαρμόζεται το νέο Κληρονομικό Δίκαιο
Κατά τον γενικό κανόνα του άρθρου 41 του ν. 5303/2026, οι νέες κληρονομικές ρυθμίσεις εφαρμόζονται στις κληρονομικές σχέσεις προσώπων των οποίων ο θάνατος επέρχεται τη 16η Σεπτεμβρίου 2026 ή μεταγενέστερα.
Επομένως, για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου κρίσιμος είναι, κατ’ αρχήν, ο χρόνος θανάτου του κληρονομουμένου:
- Για θανάτους έως και τις 15 Σεπτεμβρίου 2026 εφαρμόζεται, κατά κανόνα, το προγενέστερο Κληρονομικό Δίκαιο.
- Για θανάτους από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026 και μετά εφαρμόζονται οι νέες ρυθμίσεις.
Ο κανόνας αυτός δεν είναι απόλυτος. Ο νόμος περιλαμβάνει ειδικές μεταβατικές διατάξεις, οι οποίες πρέπει να εξετάζονται χωριστά σε κάθε υπόθεση.
Ειδικότερα, η σύνταξη ή η ανάκληση διαθήκης πριν από την έναρξη εφαρμογής του νέου δικαίου εξακολουθεί να διέπεται, ως προς τον τύπο της διαθήκης και την ικανότητα του διαθέτη, από το προγενέστερο καθεστώς, ακόμη και αν ο διαθέτης αποβιώσει μετά τις 16 Σεπτεμβρίου 2026.
Αντίθετα, η διανομή κληρονομίας που πραγματοποιείται μετά τις 16 Σεπτεμβρίου 2026 διέπεται από το νέο δίκαιο ακόμη και όταν ο θάνατος επήλθε νωρίτερα, εφόσον δεν έχει ήδη ασκηθεί αγωγή διανομής.
Επιπλέον, το τρίτο και το τέταρτο εδάφιο του νέου άρθρου 1763 ΑΚ, σχετικά με τις προϋποθέσεις παραγωγής έννομων αποτελεσμάτων δημοσιευμένης ιδιόγραφης διαθήκης πριν από την κήρυξή της ως κυρίας, εφαρμόζονται ήδη από τη δημοσίευση του νόμου, δηλαδή από τις 22 Μαΐου 2026, στις ιδιόγραφες διαθήκες που δεν είχαν δημοσιευθεί έως την ημερομηνία αυτή.
Για τον λόγο αυτό, δεν αρκεί πάντοτε η ημερομηνία του θανάτου. Πρέπει να εξετάζονται και ο χρόνος σύνταξης και δημοσίευσης της διαθήκης, το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία διανομής και οι ειδικές μεταβατικές διατάξεις του νόμου.
Νέα δικαιώματα του επιζώντος συζύγου
Σημαντικές αλλαγές επέρχονται στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή του επιζώντος συζύγου.
Όταν ο σύζυγος συντρέχει με ένα τέκνο του κληρονομουμένου, η εξ αδιαθέτου μερίδα του αυξάνεται από το ένα τέταρτο στο ένα τρίτο της κληρονομίας. Αν συντρέχει με δύο ή περισσότερα τέκνα, εξακολουθεί να λαμβάνει το ένα τέταρτο. Όταν συντρέχει με συγγενείς της δεύτερης τάξης, λαμβάνει το μισό της κληρονομίας.
Αν δεν υπάρχουν συγγενείς της πρώτης ή της δεύτερης τάξης, ο επιζών σύζυγος καλείται πλέον σε ολόκληρη την κληρονομία. Κατά συνέπεια, οι παππούδες, οι γιαγιάδες και οι κατιόντες τους δεν συντρέχουν πλέον με τον επιζώντα σύζυγο.
Πέρα από την κληρονομική του μερίδα, ο επιζών σύζυγος δικαιούται, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, να χρησιμοποιεί αποκλειστικά και χωρίς αντάλλαγμα για ένα έτος το ακίνητο που αποτελούσε τον κύριο τόπο διαμονής του ζευγαριού.
Παρέχεται ακόμη η δυνατότητα να ζητήσει από το δικαστήριο, αντί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής του μερίδας, την επικαρπία επί αντικειμένων της κληρονομίας. Η επιλογή αυτή υπόκειται στη σχετική νόμιμη προθεσμία και η αποδοχή του αιτήματος εξαρτάται από την κρίση του δικαστηρίου.
Οι διατάξεις που αφορούν τα κληρονομικά δικαιώματα του συζύγου εφαρμόζονται αναλόγως και στα μέρη συμφώνου συμβίωσης, σύμφωνα με την ειδική νομοθεσία.
Προστασία του συντρόφου σε ελεύθερη ένωση
Για πρώτη φορά αναγνωρίζεται ειδική κληρονομική προστασία σε πρόσωπο που συζούσε με τον κληρονομούμενο σε ελεύθερη ένωση, χωρίς γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης.
Εφόσον δεν υπάρχει σύζυγος, το πρόσωπο αυτό μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, να λάβει τα οικιακά αντικείμενα που αποτελούν το λεγόμενο «εξαίρετο» και να χρησιμοποιεί χωρίς αντάλλαγμα για ένα έτος την κοινή κύρια κατοικία.
Η προστασία προϋποθέτει, κατά κανόνα, μόνιμη συμβίωση κατά τα τελευταία τρία έτη πριν από τον θάνατο. Ο χρονικός αυτός περιορισμός δεν εφαρμόζεται όταν το ζευγάρι είχε αποκτήσει κοινά τέκνα.
Αν δεν υπάρχει σύζυγος ούτε συγγενής που να καλείται στην κληρονομία, ο σύντροφος σε ελεύθερη ένωση μπορεί να καταστεί εξ αδιαθέτου κληρονόμος ολόκληρης της κληρονομίας. Απαιτείται, όμως, αίτησή του και δικαστική βεβαίωση ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, μέσα στην προθεσμία που ορίζει ο νόμος.
Επομένως, η κληρονομική ιδιότητα του συντρόφου σε ελεύθερη ένωση δεν πρέπει να θεωρείται αυτομάτως δεδομένη χωρίς προηγούμενο έλεγχο και δικαστική βεβαίωση των προϋποθέσεων.
Κληροδοσία υπέρ του προσώπου που παρείχε φροντίδα
Ο νέος νόμος θεσπίζει κληροδοσία εκ του νόμου υπέρ του προσώπου που είχε αναλάβει ουσιωδώς και χωρίς αντάλλαγμα τη φροντίδα του κληρονομουμένου.
Για τη θεμελίωση του δικαιώματος απαιτείται η φροντίδα να είχε παρασχεθεί για χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών κατά τα τελευταία τρία έτη πριν από τον θάνατο και να μην εκπλήρωνε ο φροντιστής αντίστοιχη νόμιμη υποχρέωσή του.
Ο δικαιούχος δεν καθίσταται για τον λόγο αυτό κληρονόμος. Αποκτά αξίωση κληροδοσίας, η οποία έχει κατά κανόνα χρηματικό αντικείμενο. Το ύψος της προσδιορίζεται με κριτήρια όπως το είδος, η διάρκεια και η έκταση των αναγκών του κληρονομουμένου που καλύφθηκαν. Αν το επιβάλλουν οι περιστάσεις, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει, αντί χρηματικού ποσού, την απόδοση περιουσιακού στοιχείου της κληρονομίας αντίστοιχης αξίας.
Ο κληρονομούμενος διατηρεί τη δυνατότητα να αποκλείσει ρητά την κληροδοσία αυτή με διαθήκη.
Εισαγωγή των κληρονομικών συμβάσεων
Μία από τις σημαντικότερες καινοτομίες είναι η θεσμοθέτηση της κληρονομικής σύμβασης αιτία θανάτου.
Μέχρι σήμερα, ο κληρονομούμενος μπορούσε να ρυθμίσει την τύχη της περιουσίας του μετά τον θάνατο κυρίως με διαθήκη, η οποία ήταν κατά κανόνα ελεύθερα ανακλητή. Με το νέο καθεστώς μπορεί, με συμβολαιογραφική σύμβαση και αυτοπρόσωπη παρουσία των συμβαλλομένων, να εγκαταστήσει κληρονόμο, να συστήσει κληροδοσία, καταπίστευμα ή τρόπο και, εντός των ορίων των εφαρμοστέων κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, να επιλέξει το δίκαιο που θα διέπει την κληρονομική του διαδοχή.
Η ουσιώδης διαφορά από τη διαθήκη βρίσκεται στη δεσμευτικότητα της σύμβασης. Οι βασικές συμβατικές διατάξεις δεν ανακαλούνται μονομερώς, αλλά τροποποιούνται ή καταργούνται με νεότερη συμφωνία των ίδιων συμβαλλομένων, με την επιφύλαξη των ειδικών εξαιρέσεων που προβλέπει ο νόμος.
Οι κληρονομικές συμβάσεις αιτία θανάτου μπορούν να καταρτίζονται από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026.
Παραίτηση από μελλοντικά κληρονομικά δικαιώματα
Παράλληλα, εισάγεται η δυνατότητα σύναψης σύμβασης εκ των προτέρων παραίτησης από μελλοντικά κληρονομικά δικαιώματα.
Η παραίτηση μπορεί να αφορά το σύνολο ή μέρος των δικαιωμάτων ενός προσώπου στην κληρονομία του αντισυμβαλλομένου του και μπορεί να συμφωνείται με ή χωρίς αντάλλαγμα. Μπορεί επίσης να περιορίζεται αποκλειστικά στην αξίωση της νόμιμης μοίρας.
Η σύμβαση καταρτίζεται με αυτοπρόσωπη δήλωση των μερών ενώπιον συμβολαιογράφου και δεν επιτρέπεται να τελεί υπό αίρεση ή προθεσμία. Σε περίπτωση αμφιβολίας, τα αποτελέσματα της παραίτησης εκτείνονται και στους κατιόντες του παραιτηθέντος.
Η νέα αυτή δυνατότητα μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντική για την οργάνωση οικογενειακών και επιχειρηματικών περιουσιών. Πρέπει, όμως, να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή, λόγω των σοβαρών και μακροχρόνιων συνεπειών της.
Η νόμιμη μοίρα μετατρέπεται σε χρηματική αξίωση
Με το προγενέστερο δίκαιο, ο νόμιμος μεριδούχος συμμετείχε στην κληρονομία ως κληρονόμος κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του.
Με το νέο καθεστώς, η νόμιμη μοίρα μετατρέπεται σε χρηματική αξίωση κατά του κληρονόμου. Η αξίωση εξακολουθεί να αντιστοιχεί στο μισό της αξίας της εξ αδιαθέτου μερίδας του μεριδούχου, αλλά ο τελευταίος δεν αποκτά αυτομάτως συγκυριότητα στα αντικείμενα της κληρονομίας.
Η αλλαγή αυτή αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην αποτροπή του κατακερματισμού ακινήτων, επιχειρήσεων και άλλων παραγωγικών περιουσιακών στοιχείων.
Το δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα, αν το επιβάλλουν οι περιστάσεις, να διατάξει αντί χρηματικής καταβολής την αυτούσια απόδοση ποσοστού ή περιουσιακού στοιχείου που αντιστοιχεί στη νόμιμη μοίρα.
Παράλληλα, εισάγονται νέες ρυθμίσεις για τον υπολογισμό, την παραγραφή, τη συμπλήρωση και τη στέρηση της νόμιμης μοίρας, καθώς και για τις παροχές χωρίς αντάλλαγμα που είχαν πραγματοποιηθεί πριν από τον θάνατο.
Περιορίζεται η ευθύνη του κληρονόμου για τα χρέη
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ανατροπή του μέχρι σήμερα ισχύοντος κανόνα για την ευθύνη του απλού κληρονόμου.
Με το προγενέστερο δίκαιο, ο κληρονόμος που αποδεχόταν απλά την κληρονομία ευθυνόταν για τα χρέη της και με τη δική του περιουσία, εκτός αν είχε αποδεχθεί εμπρόθεσμα με το ευεργέτημα της απογραφής.
Με το νέο άρθρο 1892 ΑΚ, ο κληρονόμος δεν ευθύνεται, κατά κανόνα, με την ατομική του περιουσία για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας. Μπορεί, ωστόσο, να δηλώσει στον γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας ότι θα τη διαχειρίζεται και θα τη διαθέτει ελεύθερα, αναλαμβάνοντας τότε και προσωπική ευθύνη για τις υποχρεώσεις της.
Ο περιορισμός της ευθύνης δεν σημαίνει ότι τα χρέη της κληρονομίας διαγράφονται ούτε ότι ο κληρονόμος μπορεί να διαθέτει ελεύθερα τα κληρονομιαία περιουσιακά στοιχεία χωρίς προηγούμενη μέριμνα για την ικανοποίηση των δανειστών.
Η προστασία της ατομικής περιουσίας δεν είναι ανεπιφύλακτη. Ο κληρονόμος μπορεί να ευθύνεται προσωπικά αν διαθέσει αντικείμενα της κληρονομίας κατά παράβαση των περιορισμών του νόμου, αν από υπαιτιότητά του μειωθεί η αξία της ή αν δεν τηρήσει τη νόμιμη σειρά ικανοποίησης των κληρονομικών δανειστών.
Παράλληλα, αναβαθμίζεται η διαδικασία της δικαστικής εκκαθάρισης. Η εκκαθάριση μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον και, μετά τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης που τη διατάσσει, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της κληρονομίας αποχωρίζονται αυτοδικαίως από την περιουσία του κληρονόμου και αποτελούν χωριστή ομάδα που διοικείται από εκκαθαριστή.
Αλλαγές στις διαθήκες
Ο νέος νόμος αναμορφώνει και τους κανόνες σύνταξης, δημοσίευσης και παραγωγής έννομων αποτελεσμάτων των διαθηκών.
Μεταξύ άλλων, πρόσωπο που έχει συμπληρώσει το δέκατο έκτο έτος της ηλικίας του μπορεί κατ’ αρχήν να συντάξει διαθήκη. Επειδή, όμως, ο ανήλικος δεν μπορεί να συντάξει ιδιόγραφη ή μυστική διαθήκη, η δυνατότητα αυτή ασκείται στην πράξη με δημόσια διαθήκη ενώπιον συμβολαιογράφου.
Θεσπίζεται επίσης ειδικός περιορισμός για ιδιόγραφες διαθήκες προσώπων που περιθάλπονται σε φορείς παροχής υπηρεσιών υγείας ή κοινωνικής φροντίδας. Ο περιορισμός καταλαμβάνει διαθήκες που συντάσσονται τόσο κατά τη διάρκεια της περίθαλψης όσο και εντός τριών μηνών από τη διακοπή της για οποιονδήποτε λόγο.
Η ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη κατά το μέρος που με αυτήν εγκαθίστανται ως κληρονόμοι νομικά ή φυσικά πρόσωπα που συνδέονται με τον φορέα περίθαλψης, καθώς και ορισμένοι συγγενείς ή σύντροφοί τους, εκτός αν πρόκειται για πρόσωπα που θα περιλαμβάνονταν στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους.
Παράλληλα, επανακαθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μια δημοσιευμένη ιδιόγραφη διαθήκη παράγει έννομα αποτελέσματα πριν κηρυχθεί κυρία, ενώ ενοποιούνται και εκσυγχρονίζονται οι κανόνες για τη σύνταξη έκτακτης διαθήκης σε περίπτωση άμεσου κινδύνου θανάτου.
Νέοι κανόνες για τη διανομή της κληρονομίας
Κάθε συγκληρονόμος εξακολουθεί να έχει δικαίωμα να ζητήσει οποτεδήποτε τη διανομή της κληρονομίας. Με το νέο δίκαιο, όμως, ο διαθέτης δεν μπορεί πλέον να απαγορεύσει τη διανομή.
Σύμβαση μεταξύ των συγκληρονόμων με την οποία διανέμεται ολόκληρη ή μέρος της κληρονομίας ισχύει συγχρόνως και ως αποδοχή της κληρονομίας από τους συμβαλλομένους. Έτσι παρέχεται η δυνατότητα, όταν υπάρχει συμφωνία, να συνδυαστούν η αποδοχή και η διανομή σε μία ενιαία πράξη.
Αν η αυτούσια διανομή συγκεκριμένου κληρονομιαίου αντικειμένου είναι ανέφικτη ή οικονομικά ασύμφορη, το δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση συγκληρονόμου, να του επιδικάσει τη μερίδα άλλου συγκληρονόμου, με την υποχρέωση καταβολής ποσού ίσου με την αγοραία αξία της. Αν περισσότεροι ζητούν το ίδιο αντικείμενο, συνεκτιμάται, μεταξύ άλλων, η δυνατότητα καθενός να το αξιοποιήσει επωφελώς.
Διευρύνεται επίσης η δυνατότητα δικαστικής επιδίκασης της οικογενειακής στέγης στον επιζώντα σύζυγο και, υπό προϋποθέσεις, σε άλλο πρόσωπο που κατοικούσε με τον κληρονομούμενο και καλείται στην κληρονομία.
Η ανάγκη έγκαιρου κληρονομικού σχεδιασμού
Ο ν. 5303/2026 δεν περιορίζεται σε επιμέρους διορθώσεις, αλλά μεταβάλλει τη συνολική λογική του Κληρονομικού Δικαίου.
Η εισαγωγή δεσμευτικών κληρονομικών συμβάσεων, η δυνατότητα εκ των προτέρων παραίτησης, η μετατροπή της νόμιμης μοίρας σε χρηματική αξίωση και ο περιορισμός της ευθύνης για τα κληρονομικά χρέη δημιουργούν νέες δυνατότητες, αλλά και νέα ζητήματα που απαιτούν προσεκτικό σχεδιασμό.
Ιδίως κατά τη μεταβατική περίοδο, η ορθή αντιμετώπιση κάθε υπόθεσης προϋποθέτει έλεγχο όχι μόνο της ημερομηνίας θανάτου, αλλά και του χρόνου και του είδους της διαθήκης, της ύπαρξης κληρονομικής σύμβασης, του σταδίου της διανομής, των τυχόν χρεών και των οικογενειακών σχέσεων του κληρονομουμένου.
Για τον λόγο αυτό, πριν από τη σύνταξη ή την ανάκληση διαθήκης, την κατάρτιση κληρονομικής σύμβασης, την αποδοχή ή αποποίηση κληρονομίας και τη διενέργεια πράξεων διανομής, είναι αναγκαία η εξατομικευμένη νομική αξιολόγηση των δεδομένων της συγκεκριμένης υπόθεσης.
Το παρόν άρθρο έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν συνιστά νομική συμβουλή. Κάθε υπόθεση απαιτεί εξατομικευμένη αξιολόγηση, με βάση τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και το ισχύον νομικό πλαίσιο. Για εξειδικευμένη συμβουλή, παρακαλούμε επικοινωνήστε με το γραφείο μας.



No comment